Σε αντίθεση με άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης, η κυπριακή οικονομία αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Ενδεικτικές ήταν οι εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας το 2025 θα ανερχόταν στο 3.1%. Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη του ΑΕΠ, η κυπριακή οικονομία παρουσιάζει μεγάλη ανθεκτικότητα. Με βάση τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας φαίνεται πως ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ στο τέλος του 2025 θα κλείσει στο 3.7% αντί στο 3.1% που ήταν η αρχική εκτίμηση.
Ο ψηλός ρυθμός ανάπτυξης ασφαλώς δεν είναι τυχαίος. Προέρχεται κυρίως λόγω της ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς όπως το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, τα ξενοδοχεία και η εστίαση, οι επικοινωνίες και η ενημέρωση. Θα ανέμενε επομένως κάποιος οι εργαζόμενοι στους τομείς του εμπορίου, των ξενοδοχείων και εστίασης να βρίσκονται σε αρκετά καλή θέση σε ό,τι αφορά τις απολαβές τους, ειδικά εάν παρατηρήσει κάποιος την πορεία της κερδοφορίας στους τομείς αυτούς. Για παράδειγμα, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου, μόνο για την περίοδο μεταξύ 2019 και 2023 η κερδοφορία στον τομέα του λιανικού και χονδρικού εμπορίου εκτινάχθηκε από 501 εκ. ευρώ σε 1.48 δισ. ευρώ. Μια άνοδος της τάξης του 195%.
Το εργατικό κόστος (σε επίπεδο δαπανών) αυξήθηκε για την ίδια χρονική περίοδο κατά μόλις 19.3%. Το ίδιο ισχύει και για τα ξενοδοχεία και την εστίαση όπου το 2019 η κερδοφορία του τομέα ήταν στα 362 εκ. ευρώ ενώ στο τέλος του 2023 έφτασε τα 486 εκ. ευρώ μια ποσοστιαία αύξηση της τάξης του 34.25%. Σε ό,τι αφορά ένα εξίσου σημαντικό τομέα της οικονομίας, αυτός των κατασκευών, στο τέλος του 2019 η κερδοφορία ήταν στα 398 εκ. ευρώ, ενώ στο τέλος του 2023 αυξήθηκε στα 607 εκ. ευρώ, άνοδος της τάξης δηλαδή του 52%, ενώ η αντίστοιχη άνοδος του εργατικού κόστους σε επίπεδο δαπανών ήταν 26.7%.
Να σημειωθεί ότι στους τομείς των ξενοδοχείων και εστίασης, κατασκευών και λιανικού και χονδρικού εμπορίου απασχολείται περίπου το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού. Την ίδια ώρα, η παραγωγικότητα εργαζομένων ανά ώρα απασχόλησης ήταν στο σύνολο της οικονομίας στο 1.6% στο τέλος του 2024. Ωστόσο, η παραγωγικότητα στο εμπόριο στο τέλος του 2024 ήταν στο 1.9%, στα ξενοδοχεία και την εστίαση στο 2.9% και στις κατασκευές στο 4%, δηλαδή, πολύ πιο πάνω από το σύνολο της οικονομίας.
Ουσιαστικά, παρουσιάζεται το οξύμωρο, όπου οι εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται σε τομείς που συνεισφέρουν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του ΑΕΠ μέσω υψηλότερης παραγωγικότητας συγκριτικά με το σύνολο της οικονομίας, να αμείβονται λιγότερο, ενώ η κερδοφορία στους τομείς να εκτοξεύεται χρόνο με το χρόνο. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από τον ίδιο τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Υπεραγορών ο οποίος αναφέρει πως τα κέρδη των υπεραγορών αναμένεται να ξεπεράσουν τα περσινά επίπεδα.
Εάν πραγματικά θέλει η Κυβέρνηση να ενισχύσει τις απολαβές των εργαζομένων, την αγοραστική τους δύναμη, το βιοτικό επίπεδο τους, θα πρέπει να καταρτίσει πρώτα και κύρια σχέδιο δράσης για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους. Ήδη, εννέα κράτη μέλη, τα οποία έχουν ποσοστό κάλυψης εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις πολύ πιο κάτω από το όριο του 80% (όπως αναφέρει η Οδηγία της Ε.Ε), έχουν καταρτίσει τα σχέδια τους. Τους μόνους που ωφελεί αυτή η χρονική καθυστέρηση είναι τους ίδιους τους εργοδότες πολλοί εκ των οποίων έμαθαν να κερδίζουν χωρίς να δίνουν πίσω στους εργαζόμενους τους το μερίδιο που τους αναλογεί.
*Υπεύθυνος Τμήματος Οικονομικών Μελετών ΣΕΚ










