Μια πρόσφατη επίσκεψη της Ιταλίδας επιμελήτριας Chiara Cartuccia στην Κύπρο λειτούργησε ως αφορμή για μια ακόμα επίσκεψη σε ένα κτίριο που αγαπώ πολύ και είναι και το μοναδικό δείγμα κρατικής υποδομής για τη σύγχρονη τέχνη που είναι ανοιχτή προς το κοινό.
Αναζητώντας έναν τρόπο να κατανοήσει την ιστοριογραφία της κυπριακής τέχνης, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο συγκροτείται το κυρίαρχο αφήγημα περί τόπου και ταυτότητας, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια απλή αλλά αποκαλυπτική πραγματικότητα: ότι η έκθεση που παρουσιάζεται στην Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης (Majestic), αυτό το αναπαλαιωμένο νεοκλασικό κτίριο στο κέντρο της Λευκωσίας, παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη από το άνοιγμά του τη δεκαετία του 1990.
Παραδόξως, αυτή η επίσκεψή μας τον Δεκέμβριο ήταν η μόνη στιγμή πραγματικής κίνησης που θυμάμαι σε αυτόν τον χώρο, αφού εργάτες μετακινούσαν έργα για να βαφτούν οι τοίχοι και να γίνουν επιδιορθώσεις.
Τα έργα αποσπάστηκαν προσωρινά από τη θέση τους, όχι για να επανεπιμεληθούν, αλλά για να εξυπηρετήσουν μια καθαρά λειτουργική ανάγκη. Η εικόνα των έργων σε αναμονή, εκτός πλαισίου και χωρίς προοπτική επανενεργοποίησης, λειτούργησε σχεδόν αλληγορικά.
Εκεί έγινε βίωμα για μένα η αισθητική της αδράνειας: όχι ως απουσία πράξης, αλλά ως κανονικοποιημένη παύση. Συνέτεινε και η αναφορά του Γιώργου Σαββινίδη σε άρθρο του για το τι θα αντιμετωπίσει το Υφυπουργείο Πολιτισμού ένεκα προεδρίας, όπου αναφέρει ότι “Μένει να φανεί κατά πόσο η ευρωπαϊκή πρόκληση θα λειτουργήσει ως καταλύτης που θα «σπάσει» την εσωτερική αδράνεια ή ως μια διαχείριση διαδικασιών, χωρίς ουσιαστικό αποτύπωμα.”
Η επισκέπτρια από το εξωτερικό και η ανάγκη της να δει, μου θύμισε ότι η παύση δεν είναι προσωρινή, αλλά δομική, και μάλλον δεν περιμένει να αρθεί, αλλά να διαρκέσει. Το περιστατικό αυτό έχει μικρή σημασία ως προσωπική εμπειρία και μεγάλη σημασία ως σύμπτωμα.
Γιατί η Majestic είναι η υλική αποτύπωση ενός τρόπου σκέψης για τον πολιτισμό, και η αδράνειά της απόδειξη ενός θεσμικού φαντασιακού που δεν βασίζεται στον αναστοχασμό ή την ανανέωση, αλλά στη διατήρηση μιας κατάστασης ως έχει.

Η αισθητική της αδράνειας δεν αφορά απλώς την έλλειψη δράσης ή την καθυστέρηση στην υλοποίηση ενός ακόμα χώρου για τη συλλογή (βλέπε ΣΠΕΛ). Δεν είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή αδιαφορίας, αλλά αφορά τον τρόπο με τον οποίο η στασιμότητα γίνεται αποδεκτή ως φυσική κατάσταση, πώς η μη-απόφαση μετατρέπεται σε μορφή πολιτιστικής πολιτικής, πώς η αναμονή αποκτά διάρκεια, ρυθμό και τελικά μορφή. Πρόκειται για μια αισθητική που δεν δηλώνεται ρητά, αλλά εγγράφεται στον χώρο, στη διάταξη, στη χρονικότητα των πραγμάτων.
Ως αισθητική, αφορά επίσης το αίσθημα της κατεύθυνσης. Η Majestic είναι ένας χώρος όπου η κατεύθυνση έχει εξαντληθεί. Τα έργα αντιπαρατίθενται για να αφηγηθούν μια ιστορία για τον τόπο και τον άνθρωπο, που βασίζεται στην αντιπροσώπευση: καλλιτεχνικά ρεύματα, τεχνοτροπίες, γενιές, επιρροές. Σε πρώτη ανάγνωση, τίποτα δεν φαίνεται προβληματικό. Η συλλογή «κάνει τη δουλειά της». Όμως, ακριβώς εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα.
Τριανταπέντε χρόνια μετά, ακόμη και με τους δικούς της όρους, η αντιπροσώπευση νοσεί. Όχι επειδή είναι λανθασμένη, αλλά επειδή είναι ακίνητη και χωρίς συμμετοχικό άνοιγμα. Δεν πρόκειται απλώς για έλλειψη ανανέωσης ή αποτέλεσμα τεχνικών περιορισμών. Πρόκειται για μια θεσμική δήλωση, έστω και άρρητη: η ιστορία «βρέθηκε» από την αρχή, ειπώθηκε μία φορά και έκτοτε δεν χρειάζεται επαναδιατύπωση.
Το μοντέλο αυτό έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον αρχικό του σκοπό, όμως διατηρείται ως τεκμήριο μιας βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στον διάλογο και τη συμμετοχή που προκύπτει από διαφορετικές ματιές. Σαν να μην υπάρχει λόγος να επιστρέψουμε, να ξαναδούμε, να αναθεωρήσουμε. Η ακινησία δεν παρουσιάζεται ως πρόβλημα, αλλά ως δεδομένο. Και το δεδομένο αυτό αποκτά αισθητική πυκνότητα.
Ως επιμελητής και ερευνητής, βρίσκω σε αυτόν τον χώρο και στον τρόπο παρουσίασης των έργων μια ιδιότυπη διαύγεια που δίνει πολλά ανοίγματα για σκέψη. Είναι κρίμα που σήμερα η Majestic καθιστά ορατό κάτι που αλλού συγκαλύπτεται: ότι η αναμονή έχει αισθητική, ότι η καθυστέρηση παράγει νόημα, ότι η μη-απόφαση εγγράφεται στον χώρο με τον ίδιο τρόπο που εγγράφονται και τα έργα. Δεν πρόκειται για έναν «νεκρό» χώρο, αλλά για έναν χώρο όπου η ακινησία έχει σταθεροποιηθεί ως καθεστώς.
Μια επιτυχημένη προσπάθεια μερικού «ανοίγματος» του χώρου και προσέλκυσης κοινού μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα και επιτελεστικές δράσεις έληξε άδοξα. Το 2023, με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων, πραγματοποίησα ένα εργαστήριο στον χώρο της πινακοθήκης, όπου δημιούργησα ένα Emergency Kit: έναν «οδηγό επιβίωσης» που αφορά μια συμμετοχική πλαισίωση των έργων και ανάγνωση των διαφορετικών υφών του χρόνου.
Η χειρονομία αυτή προήλθε από ένα παράδοξο που απασχολεί όχι μόνο εμένα, αλλά πολλούς: ο χρόνος που αφηγείται η διάταξη των έργων έχει παρέλθει αλλά οι χρόνοι που εμπεριέχονται στα έργα είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε.
Για να επιδείξουν την πολυτιμότητά τους, χρειάζονται άλλες αφηγήσεις, που να συνομιλούν με το παρόν, να ανταποκρίνονται στις μετατοπίσεις των καλλιτεχνικών πρακτικών, στις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις που διαμορφώνουν σήμερα το πολιτιστικό διακύβευμα. Η αισθητική της αδράνειας, λοιπόν, δεν είναι απλώς κριτική ενός θεσμού ή ενός κτιρίου.
Είναι ένα πλαίσιο ανάγνωσης. Μας επιτρέπει να δούμε πώς οι πολιτιστικές υποδομές -ή η απουσία τους- διαμορφώνουν το παρόν και προδιαγράφουν το μέλλον. Μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς η καθυστέρηση γίνεται δομική, πώς η αναμονή παράγει κανονικότητα, πώς το «θα» αντικαθιστά το «τώρα».
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η αδράνεια παράγει ασύμμετρες σχέσεις. Από τη μία, οι πολιτιστικοί επαγγελματίες -καλλιτέχνες, επιμελητές, ερευνητές- καλούνται να λειτουργήσουν ως αυτόνομοι επαγγελματίες και φορείς πολιτισμού: να δημιουργούν, να παράγουν, να κινούνται διεθνώς, να είναι ευέλικτοι, καινοτόμοι, ανθεκτικοί. Από την άλλη, το θεσμικό και υποδομικό περιβάλλον στο οποίο υποτίθεται ότι εντάσσονται παραμένει στενό και κλειστό, χωρίς μηχανισμούς ανανέωσης και υποστήριξης.
Η αισθητική της αδράνειας δεν καθυστερεί την εξέλιξη του πολιτισμού· μεταφέρει το βάρος της ευθύνης στους ίδιους τους ανθρώπους του, ζητώντας τους να καλύψουν, με προσωπικό κόπο και επισφάλεια, την έλλειψη θεσμικών εργαλείων που αφορούν την υπευθυνότητα στο σήμερα, το οποίο έχει πάντα την υφή μιας “παράλληλης δράσης”.
Αυτό είναι και ένας μηχανισμός που θα δούμε και πάλι με τις εκθέσεις της προεδρίας, όπου η συλλογή ανοίγεται (ευτυχώς) και προσφέρεται σε νέες αναγνώσεις, αφού θα τις δουν οι “απ’ έξω”. Και ίσως εδώ να βρίσκεται το πιο κρίσιμο σημείο: όχι στο ότι τίποτα δεν κινείται, αλλά στο ότι η κίνηση έρχεται μόνο όταν υπάρχει εξωτερική ματιά, για να μην πρέπει μετά να υποστούμε και την κριτική της.
Ελεύθερα, 11.01.2026


