Άνοιξη του 1996 ήταν όταν ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός «Ο Φιλελεύθερος» καινοτόμησε στα εκδοτικά χρονικά και κυκλοφόρησε το περιοδικό Omikron, ως το πρώτο τότε μηνιαίο περιοδικό που είχε εκδοθεί ποτέ στην Κύπρο.
Και ανάμεσα στα θέματα που επιλέγηκαν να συμπεριληφθούν σ’ εκείνο το πρώτο τεύχος, Μάη μήνα, βρίσκουμε και μια συνέντευξη της Έλενας Ακρίτας που στις μέρες μας, εδώ και αρκετά χρόνια δηλαδή, εξελίχθηκε αρχικά σε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα και επιδραστικά άτομα στα social media και στη συνέχεια, ως πολιτικός, σε μια δυναμική παρουσία οι τοποθετήσεις της οποία προκαλούν… ανάφλεξη. Και στις δύο περιπτώσεις, με φανατικούς που την αγαπούν και φανατικούς που την μισούν.
Πίσω, όμως, στο 1996, πριν από 29 ολόκληρα χρόνια δηλαδή, όταν η Έλενα Ακρίτα, από κορυφαία δημοσιογράφος στα 80’ς, «με μια πετυχημένη καριέρα, πολύ αποδοτική από κάθε άποψη, ψυχικά, οικονομικά και πνευματικά», όπως η ίδια έλεγε τότε στον δημοσιογράφο και επίσης συγγραφέα σήμερα, Σταύρο Χριστοδούλου, είχε γίνει πια πρωταγωνίστρια στο θεατρικό σανίδι! Γιατί; Γιατί «έχω απόλυτο δικαίωμα όταν αισθάνομαι παγιδευμένη, φυλακισμένη, να βρίσκω το τούνελ που θα μου δώσει διέξοδο. Το μόνο που ήθελα, βγαίνοντας στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, ήταν να δοκιμάσω. Αυτό είναι δικαίωμά μου. Από εκεί και πέρα, ο κόσμος επιλέγει αν θέλει να με ακολουθήσει…».
Και εξηγώντας περεταίρω την απόφαση της, μια απόφαση που την παίδεψε δύο χρόνια και που η μητέρα της κόντεψε να πάθει έμφραγμα όταν της το είπε, συνειδητοποιώντας ότι δεν θα ηρεμούσε ποτέ μαζί της, πρόσθετε: «Έφυγα από τη δημοσιογραφία όταν ένιωσα ότι γίνομαι μιμητής των μιμητών μου…».

Απ’ τα όμορφα αποσπάσματα εκείνη της συνέντευξης που συνοδεύτηκε από μια σειρά ωραιότατων black and white πορτρέτων που είχε τραβήξει η φωτογράφος Μαρίνα Σιακόλα, ήταν εκείνο που η Έλενα μιλούσε για τα εφηβικά καλοκαίρια της στην Κύπρο:
«Τα πιο πολλά καλοκαίρια της εφηβείας μου, όταν η μαμά μου έφτανε στο αμήν, τα περνούσα στην Κύπρο. Εκεί είναι ένα μεγάλο σόι από την πλευρά του πατέρα μου. Ο Τάκης Χατζηδημητρίου είναι πρώτος μου ξάδελφος. Και η Ήβη Μελεάγρου πρώτη μου ξαδέλφη. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι όποτε ερχόμουν εκεί, ένα τεράστιο σόι με περίμενε. Αυτά τα καλοκαίρια , ήταν τα πιο υπέροχα και κακομαθημένα. Γύριζα γαϊδούρι στο σπίτι μου, η μάνα μου ήθελε τρεις μήνες να με βάλει σε τάξη. Γιατί με χαϊδεύανε, ήμουνα το παιδί του αδελφού τους που χάθηκε. Ενώ ήμουνα πάντα αδύνατη, γύρναγα στην Αθήνα τετράπαχη. Αλλά η μαγεία ξέρεις ποια ήτανε; Η τηλεόραση! (Σημ: η Κύπρος είχε δημόσια τηλεόραση από το 1957, ενώ στην Ελλάδα δημιουργήθηκε πολύ αργότερα). Ε, για μένα αυτό τότε, ήτανε πραγματικά συγκλονιστικό…».









