6 Φεβρουαρίου, 2026
10:59 πμ

Αντί κριτικής για το βιβλίο της Κωνσταντίας Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» (εκδόσεις Πατάκη).

Ε, τζιαι, γιατί, κόρη μου, βάλλεις με μένα, τη γιαγιά σου, τη γραία, τη γιαγιά, να λαλεί τζιαι να ξαναλαλεί τα ίδια τζιαι τα ίδια και πάλε ξανά, σάματι τζιαι τα έχει χαμένα τζι’ εν ιξέρει πόσες φορές είπε την κουβένταν τζιαι πρέπει να την ξαναπεί, τζιαι να την ξαναπεί τζιαι πάλε να την πει, σαν τζείνους, που χάσαν τον νουν τους τζι’ εν ιξέρουν ίντα που λαλούσι;

Τζι’ ίντα δουλειάν είχεν η κεφαλή του Τσας… πώς τον είπες, με μένα και με τους αδρώπους του χωρκού μας και του άλλου, που εμοιράσαν ιμίςh το σώμα που βρήκαν στο χώμα και πήρασιν ο ένας το χέρι, ο άλλος το πόδι και ο Τσας… την τζεφαλήν τζι’ έμεινε στο Μουσείον τ’ όνομά του και το άγαλμα να λέγεται η κεφαλή του Τσας… και το έβαλες και τίτλο του βιβλίου σου, θαρρείς τζι’ ήταν τούτο το κύριο θέμα σου, πόσο αμπάλατοι είμαστιν, αλλά αρέσκει σου να βάλλεις πιασάρικα θέματα για τίτλους, να τραβούν τον κόσμο, να τραβούν το ενδιαφέρον, να πουλάς τα βιβλία σου τζι’ ανάθεμα αν δεν έχεις τίποτε να πεις, και λαλείς ξαναλαλείς τα ίδκια τζιαι τα ίδκια, από σελίδα σε σελίδα τζι’ από βιβλίο σε βιβλίο, όλο με το φαΐ, όλο με το πιοτί, όλο με τα έθιμα του τζαιρού μας, που πιστεύκαμεν οι γέρημοι, τι ήτουν να κάμουμε, όπου είχεν ένα έθιμον το ξεσήκωσες.

Αλλά ρεζιλεύκεις μας, πως εν ιξέρουμε να μιλήσουμε, να πούμε μιαν ιστορίαν έτσι όμορφα, όπως μας την ελαλούσαν τζι’ εμάς οι γονιοί μας ή οι δασκάλοι μας, γιατί μπορεί να επήα μόνο μέχρι την πρώτη δημοτικού, αλλά την ιστορίαν του κόσμου αθθυμούμαι την, έτσι όμορφα που μας την είπεν ο δάσκαλός μας, με τάξιν τζιαι με την σειράν που εγίναν τα πράματα τζι’ όι όπως σου έδοξεν εσέ, να νεκατώνεις τες ιστορίες, πως τάχα λαλείς τες καλλίτερα!

Κρίμα στα γράμματα που έμαθες, κόρη μου, να λαλείς πως εμείς, επειδή εν επηγαίναμε σχολείον, επειδή εν είχαμε γρόσια τζιαι παράες σαν άλλους, εν εμαθαίναμε ούτε τζιαι να μιλούμε. Εμιλούσαμεν καλλίτερά σας, τζι’ όι εσείς, με τες σπουδές τζιαι τα δοκτοράτα σας και δυο νούσιμες κουβέντες εν ιξέρετε να τις πείτε.

Κρίμα στα ριάλια των γονιών σας και κρίμα στο χαρτί και το μελάνι που ξοδεύκετε, για να λαλείτε έτσι αβάσιμα κι έτσι αβασάνιστα ότι ήτουν εμείς πον ιξέραμεν πώς να μιλούμε. Εμείς ιξέραμε τζι’ εμιλούσαμε την γλώσσαν μας καθώς πρέπει! Μανιχά εσείς… με ελληνικά, με κυρπιακά, νεκατωμένα ούλα μαζί, ένας αχταρμάς, να τους πιάνει ούλλους τζιαι τους δικούς μας και τους καλαμαράες τζι’ ας ξεφτιλίζεις την γλώσσα μας.

Και τάχαμου, έπιασες να πεις την ιστορίαν του παππού σου, του Νικολή, και πόσο εβασανίστηκε τζιαι πόσο εβασανίστηκα μιτά του και όσο εκείνος ήτουν άρρωστος τζιαι μετά που έφυε τζι’ άφηκέ με τριάντα γρονώ γεναίκα χήρα. Ως τη σελίδα ογδόντα ένα, ελάλες τζι’ εν ελάλες, χωρίς να λαλείς, και μετά που λιόστεψες τες επαναλήψεις, αρκίνησες κι η ιστορία σου άρκεψε ν’ αποκτά κόκαλο.

Και άτε εσού… μα τζείνοι ούλλοι, που τους ανάφερες στο τέλος του βιβλίου σου, που εδκιαβάσαν το, λαλείς, τζι’ είπαν σου εν πολλά καλόν τζιαι να το εκδώσεις, να το δει ο κόσμος τζιαι να το δκιεβάσει πως έχει πολλά να ωφεληθεί, εννοούσαν το άτζαπί σου, για είπουν το έτσι, να μη σε κακακαρτίσουν, γιατί εμ πολλοί τζείνοι πον λαλούσιν την αλήθκειαν, τζιαι άλλα λουλούν μπροστά σου τζι’ άλλα που πίσω σου, τζιαι άλλα με τους μεν τζιαι άλλα με τους δε. Ξέρεις, άραγε, ποιοι είπουν σου αλήθκειαν;

Τζι’ εκείνος ο Κινύρας; Ίντα θέσιν είχε στην ιστορία του παππού σου τζι’ εμένα; Με τα πήλινα καράβια του που του τα έλιωσεν ιμίςh η θάλασσα. Τες πήλινες κούζες της Τζερύνειας, τόσους αιώνες μες στο νερόν, πώς τζι’ εν τες έλιωσε;

Και πόσα να πω και πόσα ν’ αφήκω, για την Κασσάνδρα, που εγίνη Σάνδρη, σαν εμείς τότες τέθκοια ονόματα εν τα ιξέραμε μες τα χωρκά! Και, άτε τούτο ετράβησές το που τα μαλλιά τζι’ εταίρκασές, πες, με την ιστορίαν που εξιστορείς… τα άλλα ούλα; Που εσιεπάσαν την ιστορίαν μας; Που είχε τόσα να πει κι έξερές τα, να πεις…

Βκάλε που δαμαί, βκάλε που τζιαμαί, αν πεις να βκάλεις τα άσχετα, μια φούχτα βιβλίο είχε να σου μείνει. Γέμισμα πο δα, παραγέμισμα που τζει… κάτι εγίνηκε!

Καλοτάξιδο να ένι, όπως συνηθίζουν να λέσιν τζιαι οι μορφωμένοι, αφού έχει ανθρώπους, που διούν ριάλια, που διούν παράες τζιαι γοράζουν τέθκοια βιβλία, που πρώτα βρίσκουνται εκδότες και τα εκδίδουν, γιατί όχι, αφού σήμερον ό,τι πουλιέται έν εν το καλλίτερον, αλλά το πιο πιασάρικον. Εμείς τότε, ό,τι ήτουν να δώκουμε χρήματα να γοράσουμεν, ήτουν να κοιτάξουμε πρώτα άμαν αξίζει – δκυο τζιαι τρεις φορές έπρεπε να αξίζει τα ριάλια μας, για να τα κιάρουμε…

Λαλείς, να μεν ελυπήθηκεν ο παππούς σου, που σου τα ελάλε κι επίστευκεν ότι ήτουν κάποτε να τα πεις καλλίτερά του, να δικαιωθούσιν τα βάσανά του, τα βάσανά μας τζιαι τα βάσανα τζείνουν ούλουν, που ελύσαν τα πλεμόνια τους τζι’ εμάς μιτά τους;

Exit mobile version