Το Εφετείο απέρριψε έφεση ξενοδοχειακής εταιρείας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε παράνομη την απόλυση εργαζομένου, επιδικάζοντας παράλληλα έξοδα ύψους 2.400 ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ του εφεσίβλητου.
Η υπόθεση αφορά την απόλυση εργαζομένου, ο οποίος απασχολείτο ως νυχτερινός υπάλληλος υποδοχής από το 2003 έως το 2012, όταν η εργοδότρια εταιρεία τερμάτισε τις υπηρεσίες του επικαλούμενη ότι κοιμόταν εν ώρα εργασίας. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είχε ήδη από το 2019 κρίνει ότι η απόλυση ήταν παράνομη, διαπιστώνοντας ότι ο εργοδότης δεν απέδειξε επαρκώς τον ισχυρισμό του ούτε ενήργησε ως «λογικός εργοδότης», όπως απαιτεί η νομοθεσία.
Με την έφεση, η εταιρεία προέβαλε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε νομικές αρχές και αγνόησε στοιχεία, μεταξύ των οποίων επιστολές που, κατά την ίδια, συνιστούσαν προειδοποίηση προς τον εργαζόμενο. Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι ο σχετικός λόγος ήταν αβάσιμος, επισημαίνοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει ως αναξιόπιστη τη θέση ότι ο εργαζόμενος κοιμόταν στη βάρδια του. Ως εκ τούτου, οι αναφορές περί προειδοποιήσεων κρίθηκαν άνευ σημασίας, αφού βασίζονταν σε γεγονότα που δεν έγιναν αποδεκτά.
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο η εταιρεία υποστήριξε ότι ο εργαζόμενος είχε ουσιαστικά παραδεχθεί τη συμπεριφορά του μέσω επιστολής, το Εφετείο διαφώνησε. Έκρινε ότι το περιεχόμενο της επιστολής συνιστούσε συνολική άρνηση των ισχυρισμών, διευκρινίζοντας ότι η αναφορά του εργαζομένου σε «χαλάρωση» δεν ισοδυναμεί με παραδοχή ύπνου κατά την εργασία. Παράλληλα, σημείωσε ότι η προσπάθεια της εταιρείας να εισαγάγει εκ των υστέρων νέα αιτία απόλυσης, όπως η «χαλάρωση», είναι νομικά απαράδεκτη, καθώς η νομιμότητα της απόλυσης κρίνεται βάσει των λόγων που επικαλέστηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης.
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος εκδίκασης της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου, δεδομένου ότι η διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου διήρκεσε σχεδόν επτά χρόνια. Αν και αναγνώρισε ότι η διάρκεια αυτή είναι μεγάλη για μια σχετικά απλή εργατική διαφορά, κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, καθώς οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν ότι υπέστησαν συγκεκριμένη βλάβη λόγω της καθυστέρησης.
Στην απόφαση, το Εφετείο υπογράμμισε ότι σε υποθέσεις εργατικών διαφορών, όπου διακυβεύεται το βιοποριστικό μέσο του εργαζομένου, απαιτείται ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Ωστόσο, επανέλαβε ότι η καθυστέρηση δεν οδηγεί αυτομάτως σε παραβίαση δικαιωμάτων, εάν δεν αποδειχθεί ουσιαστική επίπτωση στην υπόθεση.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε όλους τους λόγους έφεσης αβάσιμους και επικύρωσε πλήρως την πρωτόδικη κρίση, επιβεβαιώνοντας ότι η απόλυση του εργαζομένου ήταν παράνομη και ότι δικαιούται τις σχετικές αποζημιώσεις.










