Το Εφετείο, με απόφασή του ημερομηνίας 26 Μαρτίου 2026, απέρριψε ομόφωνα έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ) εις βάρος του εφεσίβλητου, ο οποίος καταζητείται από τις Γερμανικές αρχές για σοβαρά αδικήματα φοροδιαφυγής.
Η υπόθεση αφορά ΕΕΣ που εκδόθηκε στις 25 Αυγούστου 2025, με τον εφεσίβλητο να κατηγορείται ότι, ως διευθυντής εταιρείας, φέρεται να διέπραξε φοροδιαφυγή ύψους €1.796.689,12 και να συμμετείχε σε κύκλωμα απάτης που κόστισε στο Γερμανικό δημόσιο €12.736.196,74, αδικήματα που τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 15 ετών. Ο εφεσίβλητος συνελήφθη στις 25 Σεπτεμβρίου 2025 και παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2025 διέταξε την εκτέλεση του ΕΕΣ και παράδοσή του στις Γερμανικές Αρχές.
Σημειώνεται ότι ο εκζητούμενος είχε εφεσιβάλει την απόφαση που διέτασσε την παράδοσή του, με το Εφετείο να διατάσσει επανεκδίκαση. Μετά τη νέα απορριπτική απόφαση, την έφεση άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ως Κεντρική Αρχή του κράτους εκτέλεσης.
Κομβικό σημείο της απόφασης του Εφετείου ως προς την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, αποτέλεσε το ζήτημα της νομικής εκπροσώπησης του εκζητούμενου στη Γερμανία. Το Εφετείο υιοθέτησε την ουσία της πρωτόδικης κρίσης ότι υπήρξε σοβαρή και παρατεταμένη αβεβαιότητα ως προς τον διορισμό και τη λειτουργία δικηγόρου στο κράτος έκδοσης. Όπως καταγράφεται στην απόφαση, «παρά τις επανειλημμένες και έγκαιρες ενέργειες της Κεντρικής Αρχής του κράτους εκτέλεσης, δεν κατέστη δυνατό να διασφαλιστεί εντός εύλογου χρόνου η ύπαρξη σαφούς, ενεργής και αποδεκτής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης. Η έλλειψη αυτή στέρησε την πρακτική δυνατότητα έγκαιρης συλλογής και διαβίβασης πληροφοριών ή συμβουλών προς τον συνήγορο στο κράτος εκτέλεσης για την προβολή και τεκμηρίωση των σχετικών ισχυρισμών κατά την ακρόαση εκτέλεσης, όπως ακριβώς προϋποθέτει ο ρόλος του άρθρου 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ.».
Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη χρονική διάσταση της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι «από τη σύλληψη (25.09.2025) μέχρι την ενημέρωση ότι ο διορισθείς δικηγόρος παρέμενε τυπικά διορισμένος, αλλά ζήτησε διορισμό άλλου (8.1.2026) παρήλθαν 105 ημέρες», περίοδος που «υπερβαίνει το πλαίσιο μιας πρόσκαιρης καθυστέρησης και επηρεάζει ουσιωδώς την πρακτική αξία του δικαιώματος του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ εντός της διαδικασίας ΕΕΣ.». Επιπλέον, υπογράμμισε ότι οι εξελίξεις έλαβαν χώρα ενώ ο εφεσίβλητος τελούσε υπό κράτηση, γεγονός που «εντείνει την υποχρέωση επιμέλειας».
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στη λειτουργία του μηχανισμού «διπλής εκπροσώπησης» που προβλέπει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Το Εφετείο επεσήμανε ότι η αδυναμία αποτελεσματικού διορισμού δικηγόρου στη Γερμανία «στέρησε την πρακτική δυνατότητα έγκαιρης συλλογής και διαβίβασης πληροφοριών» και κατέστησε τον μηχανισμό αυτό «πρακτικά ανενεργό».
Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, η κατάσταση που δημιουργήθηκε «δεν συνδέεται με μεμονωμένο περιστατικό ή παροδική καθυστέρηση», αλλά με «δομική αδυναμία του μηχανισμού στο κράτος έκδοσης να παράξει λειτουργικό αποτέλεσμα, εντός του θεσμικού χρόνου του ΕΕΣ». Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αδυναμία αυτή «υπερβαίνει το επίπεδο μιας θεραπεύσιμης δικονομικής πλημμέλειας» και συνιστά ουσιώδη προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Όπως προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου, καθοριστική ήταν η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρχε «πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος» ο εφεσίβλητος «να παραδοθεί στο κράτος έκδοσης χωρίς να έχει διασφαλιστεί εκ των προτέρων η ύπαρξη ενεργού και λειτουργικής υπεράσπισης». Υπό τις συνθήκες αυτές, η άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ κρίθηκε «αναγκαίο και αναλογικό μέτρο».
Απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις πρόνοιες της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ώστε αυτές να επεκτείνονται στο δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ, το Εφετείο τόνισε ότι η υποχρέωση των αρχών δεν εξαντλείται σε έναν τυπικό διορισμό δικηγόρου, αλλά απαιτεί ουσιαστική δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η αναφορά της ευρωπαϊκής οδηγίας σε «αποτελεσματική άσκηση δικαιωμάτων» είναι «ασυμβίβαστη με τη θέση της πλευράς του εφεσείοντος ότι η υποχρέωση του κράτους μέλους έκδοσης αφορά μόνον τον απλό διορισμό δικηγόρου, δηλαδή τυπική συμμόρφωση με τις επιταγές της Οδηγίας».
Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξε ότι ακόμη κι αν γίνει δεκτό πως υπάρχει δικαίωμα ουσιαστικής/αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος έκδοσης, αυτό δεν πρέπει να οδηγεί αυτομάτως σε άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ. Το Εφετείο απέρριψε και αυτό τον λόγο έφεσης.
Τελικά, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι η εκτέλεση του εντάλματος θα παραβίαζε τα θεμελιώδη δικαιώματα του εκζητούμενου, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διατηρώντας την απόρριψη του αιτήματος παράδοσής του στις Γερμανικές αρχές.
ΚΥΠΕ










