Μερική ανατροπή της απόφασης που αφορούσε εργατικό ατύχημα στη Λεβέντειο Πινακοθήκη επέφερε το Εφετείο, το οποίο με απόφασή του ακύρωσε μέρος των καταδικών, διατηρώντας ωστόσο άλλες.
Η υπόθεση αφορά ατύχημα που σημειώθηκε στις 16 Μαρτίου 2015, όταν θυρίδα ψευδοροφής έπεσε και τραυμάτισε εργαζόμενη, προκαλώντας της σοβαρά προβλήματα στον ώμο και τον αυχένα. Σε πρώτο βαθμό, τόσο το Ίδρυμα όσο και η διευθύντρια είχαν κριθεί ένοχοι σε συνολικά έξι κατηγορίες που σχετίζονταν με παραβάσεις της νομοθεσίας περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία, με το Δικαστήριο να επιβάλλει χρηματικά πρόστιμα.
Οι εφέσεις των δύο κατηγορουμένων στρέφονταν κατά των καταδικών στις κατηγορίες που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την αποτυχία διασφάλισης της ασφάλειας των εργαζομένων και την αποτροπή κινδύνων. Το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση, εντόπισε σοβαρά σφάλματα στη συλλογιστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Κομβικό σημείο της απόφασης αποτέλεσε η διαπίστωση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε υπερβολική βαρύτητα σε δύο προγενέστερα περιστατικά που αφορούσαν θυρίδες ψευδοροφής, χωρίς να υπάρχει σαφής και τεκμηριωμένη μαρτυρία ότι αυτά συνιστούσαν πραγματικές πτώσεις ίδιου τύπου κατασκευής ή ότι δημιουργούσαν προβλέψιμο κίνδυνο. Ειδικότερα, για μία θυρίδα που είχε βρεθεί στο πάτωμα δεν αποδείχθηκε ότι είχε πέσει, ενώ το άλλο περιστατικό αφορούσε διαφορετικού τύπου κατασκευή.
Το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι οι εφεσείουσες μπορούσαν να προβλέψουν τον κίνδυνο πτώσης της συγκεκριμένης θυρίδας ή ότι παρέλειψαν να λάβουν εύλογα μέτρα. Αντίθετα, διαπιστώθηκε ότι είχαν καλέσει ειδικούς και είχαν προβεί σε ελέγχους πριν και μετά το περιστατικό, ενεργώντας όπως θα αναμενόταν από έναν συνετό εργοδότη.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε και στο γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποίησε μεταγενέστερα μέτρα που λήφθηκαν, όπως η τοποθέτηση επιπρόσθετων αλυσίδων ασφαλείας στις θυρίδες, ως ένδειξη ότι τα μέτρα αυτά θα έπρεπε να είχαν ληφθεί εκ των προτέρων. Το Εφετείο έκρινε ότι αυτή η προσέγγιση ήταν λανθασμένη, καθώς δεν μπορεί μια ενέργεια που έγινε εκ των υστέρων να χρησιμοποιείται για να τεκμηριώσει προγενέστερη αμέλεια, ιδιαίτερα όταν υπήρχε μαρτυρία ότι ειδικοί δεν θεωρούσαν αναγκαία τα συγκεκριμένα μέτρα.
Παράλληλα, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τη μαρτυρία που καταδείκνυε ότι είχαν γίνει έλεγχοι στις θυρίδες, ούτε το γεγονός ότι δεν είχε διαπιστωθεί η αιτία πτώσης της επίδικης κατασκευής. Σημειώνεται ότι ακόμη και ο επιθεωρητής εργασίας δεν κατέληξε σε σαφές συμπέρασμα ως προς το τι προκάλεσε την πτώση.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι μέρος της συλλογιστικής του πρωτόδικου Δικαστηρίου βασίστηκε σε ζητήματα που δεν είχαν τεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, στερώντας από την υπεράσπιση τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επ’ αυτών.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Εφετείο έκανε δεκτούς βασικούς λόγους έφεσης και ακύρωσε τις καταδίκες στις κατηγορίες που αφορούσαν την αποτυχία διασφάλισης ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος, απαλλάσσοντας πλήρως τις εφεσείουσες από αυτές.
Ωστόσο, το Δικαστήριο επικύρωσε τις καταδίκες που σχετίζονταν με την αλλοίωση της σκηνής του ατυχήματος, κρίνοντας ότι η επανατοποθέτηση της θυρίδας και η τοποθέτηση νέων μέτρων ασφαλείας πριν από την ενημέρωση των αρμόδιων αρχών συνιστούσαν παραβίαση των σχετικών κανονισμών, οι οποίοι επιβάλλουν τη διατήρηση της σκηνής αμετάβλητης. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες θεωρούνται αδικήματα αυστηρής ευθύνης και δεν απαιτείται απόδειξη πρόθεσης.
Παραμένουν επίσης σε ισχύ οι καταδίκες για καθυστερημένη γνωστοποίηση του ατυχήματος, καθώς δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της έφεσης.
Καταληκτικά, το Εφετείο ακύρωσε μέρος της πρωτόδικης απόφασης και των επιβληθέντων προστίμων, διατηρώντας ωστόσο τις καταδίκες που σχετίζονται με διαδικαστικές παραλείψεις μετά το ατύχημα, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της αυστηρής συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και διαχείρισης εργατικών ατυχημάτων.


