«Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε./ Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,/ τι αντίλαλος ήταν εκείνος,/ τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!/ Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε/ και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν/ και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν/ κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.»
Θελξικάρδιο το συγκεκριμένο απόσπασμα από το «Τρίτο γράμμα στη Μητέρα» του Κώστα Μόντη, αν το απομονώσουμε. Δεν θέλω να σας το χαλάσω και να σας πω τι έγινε παρακάτω. Ούτε θέλω να σας στερήσω την ανάταση από το εθνορομαντικό ενσταντανέ στο λιμάνι Λευκωσ…, εεε Λεμεσού εννοώ, αλλά η ουσία είναι άλλη: μακάρι να μην έσωνε να έρθει ποτέ έτσι. Αχρείαστη να ήταν η προστασία της- με ή χωρίς εισαγωγικά.
Συγνώμη, αλλά έχουμε πολύ πιο σοβαρά προβλήματα. Βασικά, έχουμε ΠΟΛΕΜΟ στο κατώφλι μας, αν δεν το μάθατε, και μάλιστα όχι (ακόμα) με την Τουρκία. Δυστυχώς ή ευτυχώς, όπως το βλέπει ο καθένας.
Ας μην υπολογίσουμε ό,τι έγινε το 1974- ντέφι να γίνει. Ήταν η Χούντα, οι… πανηγυρισμοί της αποκατάστασης, οι ισορροπίες δυνάμεων, η ασυμμετρία των άστρων. Ειλικρινά λυπόταν, δεν το περίμενε κ.λπ., κ.λπ. και η Κύπρος έκειτο μακράν. Το 1983, όμως, όταν ιδρύθηκε το ψευδοκράτος; Το ’96, όταν δολοφονήθηκαν ο Τάσος Ισαάκ κι ο Σολής Σολωμού; Ένα χρόνο μετά στον συναγερμό με την κρίση των S-300; Την περασμένη δεκαετία, με τις πειρατικές ενέργειες των Τούρκων ενάντια στις έρευνες υδρογονανθράκων ή με τις παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ; Το 2020, όταν ο Ερντογάν έκανε «πικνίκ» υπό βροχή στα Βαρώσια;
Κάλλιο αργά, παρά ποτέ θα πει κάποιος. Κατέπλευσαν, λοιπόν, άρον άρον ο «Κίμωνας», τα «Ψαρά» (του μπουρλοτιέρη Κανάρη) με τον «Κένταυρο» για να μας σώσουν. Συμβολικά και ιστορικά, έχει το ενδιαφέρον και τη φόρτισή του, ομολογώ. Μαζί τους, ωστόσο, πλάκωσαν δώρα φέροντες ο «Χριστόφορος Κολόμβος», κάτι «Έφερτσεν», κάτι «Λαγκεντόκ», καταφθάνει οσονούπω και ο «Δράκος», ενώ μας έζωσαν επίσης κάτι ιπτάμενες «οχιές», «αγριόγατες» και «τυφώνες». Είναι δυνατόν όλα αυτά να είναι για καλό;
Προσοχή, καλοθελητές. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που έσπευσαν οι σύμμαχοι να μας προασπίσουν. Λέω ότι δεν είναι για πανηγύρια και για κορόνες όσα ανησυχητικά συμβαίνουν. Για να φέρω ένα παράδειγμα, αν δούμε ένα σωρό πυροσβέστες να κατευθύνονται στο σπίτι μας, πόσο ευοίωνο μπορεί να είναι αυτό;
Γενικά, δεν μπορώ να καταλάβω τον φετιχισμό κάποιων για εξοπλισμούς, τη σχεδόν ερωτική έξαψη μπροστά σε μηχανές θανάτου οι οποίες ανεξαιρέτως όλες βαφτίζονται «αμυντικά συστήματα». Για κάποιους είναι σύμβολα (εθνικής) ισχύος και ασφάλειας. Για μένα είναι απλώς η υπενθύμιση ότι ο κόσμος συνεχίζει αθεράπευτα να οργανώνεται γύρω από την απειλή της βίας.
Παρντόν, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ασφαλής βλέποντας όπλα. Μάλλον το αντίθετο. Αλλά αυτό ίσως είναι προσωπικό μου πρόβλημα, μια φυσική αποστροφή και μια δυσκοιλιότητα να μεταβολίσω την ιδέα ότι η ασφάλεια χτίζεται πάνω στην προετοιμασία του πολέμου. Με ξεπερνά επίσης ο ζήλος κάποιων να βλέπουν «κινήσεις υψηλού συμβολισμού» τη στιγμή που βρισκόμαστε μια ανάσα από το μάτι του κυκλώνα και τριγύρω μας, γεωπολιτικά και επιχειρησιακά, γίνεται της κολάσεως.
Ήταν άραγε όντως σαρδάμ αυτό που είπε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Βρετανίας Ντέιβιντ Λάμι ότι η Κύπρος είναι μέλος του NATO; Από τυπικής και κυρίως από τακτικής σκοπιάς, μάλλον. Από πρακτικής, μάλλον όχι. Και λέω «πρακτικά όχι», εννοώντας ότι η Κύπρος εμμέσως ή πλαγίως είναι μέλος της ευρωατλαντικής συμμαχίας-συμμορίας και μάλιστα του σκληρού πυρήνα της. Μαντέψτε με ποιον τρόπο. Γι’ αυτό η συμμαχία έσπευσε να αναπτυχθεί για την αεράμυνα και την προστασία του νησιού.
Για ευνόητους και θεμιτούς για το ΝΑΤΟ λόγους η Ελλάδα έχει την πολυτέλεια να πουλάει το αφήγημα ότι πρώτιστος στόχος της είναι η προστασία όλων των νόμιμων κατοίκων της Κύπρου. Κάτι που δεν εξαιρεί φυσικά και το προσωπικό των Βάσεων. Ας παραβλέψουμε ότι η Ελλάδα είναι σταθερά υποτελής των αμερικανοβρετανών από τη δεκαετία του ’40. Μπορούμε να εκλάβουμε την προστατευτική κάθοδο του βαρέος πυροβολικού στα ανοιχτά της Κύπρου ως παράπλευρο όφελος, δεν απαγορεύεται. Μαζί με τον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα. Κι ας καταπιούμε το γεγονός ότι παράλληλα εναποθέτουν ύπουλα στο πίσω μέρος του μυαλού μας την πεποίθηση ότι «απρόκλητος εχθρός» μας είναι οι «βάρβαροι» Ιρανοί και Λιβανέζοι.
Όλα αυτά μεταξύ μας, όμως, γιατί η αμήχανη και σχετικά σιωπηλή μέχρι τώρα Τουρκία μπορεί να βρει πάτημα για να μπει στο τριπάκι της «ΝΑΤΟϊκής προστασίας» και τότε να δείτε πανηγύρια στην Ανατολική Μεσόγειο! Ή μήπως είναι γι’ αυτό που πανηγυρίζουμε, για να τους ρίξουμε στάχτη στα μάτια, λες και είναι εντελώς πανηλίθιοι; Κάποιοι επιχαίρουν στο ενδεχόμενο υποβάθμισης του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας. Μακάρι, αλλά δεν το βλέπω. Αντίθετα, βλέπω ότι το παίζουν σε πολλά ταμπλό και κρατούν ανοιχτές πολλές πόρτες προς εκμετάλλευση στο μεταπολεμικό περιβάλλον.
Σε ένα ακραίο, ελπίζω, υποθετικό σενάριο, φανταστείτε μούτρα που θα κάνουν όσοι βλέπουν «υψηλούς συμβολισμούς» ή όσοι ήθελαν να σπεύσουν και με σημαιούλες να υποδεχτούν τον ελληνικό στόλο, σε περίπτωση που ο διάολος σπάσει το ποδάρι του και κάποια από τις ελληνικές φρεγάτες ή έστω από τις υπόλοιπες συμμαχικές (πιο πιθανό αυτό) χρειαστεί να υπερασπιστεί έναν γειτονικό βασικό κόμβο επιχειρήσεων του NATO, όπως η βάση του Ιντσιρλίκ. Γι’ αυτό είναι οι σύμμαχοι άλλωστε.
Ωστόσο, στην Κύπρο, από συμβολικής πάντα σκοπιάς, θα «πισωπατήσει σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει», για να επανέλθουμε στον Μόντη.
Ελεύθερα, 8.3.2026


