Κενά στις ασφαλίσεις ακινήτων κατά τη χορήγηση νέων δανείων εντοπίζει μελέτη του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Παρότι υπάρχουν σχέδια που προβλέπουν καλύψεις έναντι πυρκαγιών, συχνά δεν περιλαμβάνονται οι πλημμύρες, ένα φαινόμενο που ταλαιπωρεί τον πλανήτη και βρίσκεται ψηλά στην εποπτική και πολιτική ατζέντα, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, λόγω της κλιματικής αλλαγής. Το κενό αυτό στην ασφαλιστική προστασία ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των χωρών της ΕΕ και είναι πιθανό να διευρυνθεί, αναφέρεται στο εποπτικό δελτίο «Προστασία των εξασφαλίσεων ακινήτων από φυσικούς κινδύνους». Ο τελικός κίνδυνος, επισημαίνεται, είναι τα κλιματικά φαινόμενα να καταστήσουν την ασφάλιση ακριβότερη και ενδεχομένως μη προσιτή για τους πελάτες.
Να διευκρινιστεί ότι όσοι έχουν υπογράψει δανειακή σύμβαση γνωρίζουν πως η ασφάλιση κατοικίας είναι υποχρεωτική για τη λήψη στεγαστικού δανείου, εξασφαλίζοντας την τράπεζα (ενυπόθηκη ασφάλεια) για κινδύνους όπως η πυρκαγιά και ο σεισμός. Ωστόσο, στην Κύπρο, όπως και στις υπόλοιπες χώρες, δεν υπάρχει βάση δεδομένων που να καταγράφει πόσα ακίνητα, οικιστικά ή εμπορικά, διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη για πλημμύρες.
Αν οι Ευρωπαίοι εξασφαλίζουν τον πλούτο τους, δεν ισχύει το ίδιο για τα μέτρα φυσικής προστασίας των ακινήτων τους από πλημμύρες. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), το 87% των νοικοκυριών στην ΕΕ δεν έχουν λάβει μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας, όπως βελτιωμένα συστήματα αποχέτευσης ή φράγματα κατά των πλημμυρών. Στη νότια Ευρώπη – ίσως την πιο επικίνδυνη περιοχή της ηπείρου – το ποσοστό ανέρχεται στο 89%, με ακόμη υψηλότερα ποσοστά μη προστατευμένων ιδιοκτησιών στην Ιταλία (90%) και την Ισπανία (93%), χώρες που έχουν πληγεί επανειλημμένα από ακραία καιρικά φαινόμενα τις τελευταίες δεκαετίες. Στην Κύπρο το ποσοστό είναι 75% και στην Ελλάδα 81%.
Τι κάνουν τράπεζες και ασφάλειες
Η ΕΚΤ, σύμφωνα με το εποπτικό δελτίο, διοργάνωσε πρόσφατα εργαστήριο με τράπεζες της ΕΕ, από το οποίο προέκυψε ότι, παρότι οι τράπεζες γενικά απαιτούν από τους πελάτες να ασφαλίζουν τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται ως εγγύηση για δάνεια, η σύναψη αυτής της ασφάλισης συχνά παρουσιάζει προκλήσεις. Όπως αναφέρεται στο εποπτικό δελτίο, «τα ασφαλιστήρια συμβόλαια τείνουν να έχουν διάρκεια ενός έτους, ενώ τα δάνεια συνήθως χορηγούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Έτσι, η ασφάλιση που συνάπτεται κατά τη χορήγηση ενός δανείου δεν μπορεί να καλύψει το δάνειο για όλη τη διάρκεια ζωής του. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια μπορούν επίσης να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, ειδικά όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο καθορίζουν ποιοι κίνδυνοι καλύπτονται. Αυτό δυσκολεύει τους πελάτες και τις τράπεζες να γνωρίζουν ακριβώς τι προστατεύεται, εάν καλύπτονται οι σχετικοί κίνδυνοι και υπό ποιες συνθήκες, γεγονός που τελικά καθιστά τη συλλογή δεδομένων σχετικά με την ασφάλιση πιο δύσκολη, ιδίως όταν τα ασφαλιστικά προϊόντα δεν διανέμονται απευθείας από τις ίδιες τις τράπεζες».
Υποδεικνύεται ότι «η κάλυψη για οικιστικά ακίνητα συνήθως περιορίζεται σε πυρκαγιές και άλλα είδη ζημιών, ενώ οι φυσικοί κίνδυνοι, όπως οι πλημμύρες, συχνά δεν περιλαμβάνονται». Αντίθετα, σημειώνεται ότι «τα δάνεια για εμπορικά ακίνητα τείνουν να έχουν αυστηρότερες απαιτήσεις. Για παράδειγμα, πρέπει να καλύπτονται περισσότεροι κίνδυνοι και οι πελάτες υποχρεούνται να παρέχουν ενημερωμένες πληροφορίες ασφάλισης. Η μη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη ενός δανείου».
Στο εργαστήριο, ορισμένες τράπεζες πρότειναν τη δημιουργία εθνικής ή ενωσιακής βάσης δεδομένων, η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει τα ενδιαφερόμενα μέρη να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με ασφαλισμένα ακίνητα. Άλλοι συμμετέχοντες προειδοποίησαν κατά αυτής της επιλογής, τονίζοντας την ανάγκη συμμετοχής του ασφαλιστικού κλάδου στην ανάπτυξη τέτοιων βάσεων δεδομένων. Επιπλέον, σημειώνεται ότι οι ασφαλιστές και οι τράπεζες θα μπορούσαν να συνεργαστούν στενότερα, ιδίως για τον εντοπισμό τρόπων βελτίωσης της ανταλλαγής δεδομένων ή την ανάπτυξη νέων, εξειδικευμένων και τυποποιημένων προϊόντων.


