Συνεχίζεται το κύμα αντιδράσεων, για το λεκτικό ατόπημα του Ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου, κατά τη διάρκεια podcast, με σχόλιο που θεωρείται προσβλητικό για άτομα με νοητικές αναπηρίες.
Διαβάστε την ανακοίνωση του Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού:
Μετά από δημόσια αναφορά εκλελεγμένου αξιωματούχου, η οποία περιλάμβανε τη χρήση στιγματιστικού προσδιορισμού για άτομα με αναπηρία, οφείλω, υπό την ιδιότητά μου ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, να τοποθετηθώ ξεκάθαρα και κατηγορηματικά επί του ζητήματος.
Η συγκεκριμένη γλωσσική επιλογή είναι απαράδεκτη, υποτιμητική και βαθιά στιγματιστική. Δεν συνιστά ατυχή έκφραση, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί ως σχήμα λόγου. Αντιθέτως, αναπαράγει στερεότυπα και στιγματισμό, ενισχύει τον κοινωνικό αποκλεισμό και προσβάλλει την αξιοπρέπεια ατόμων και παιδιών με αναπηρία. Παράλληλα, τέτοιες πρακτικές συμβάλλουν στην κανονικοποίηση των διακρίσεων και υπονομεύουν ευθέως τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία προστατεύονται τόσο από το εθνικό, όσο και από το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί κάθε άτομο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και αναπαραγωγή αντιλήψεων για τον κόσμο, καθώς και για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, επηρεάζοντας στάσεις, στερεότυπα και σχέσεις εξουσίας. Με κάθε χαρακτηρισμό που χρησιμοποιείται, ενεργοποιούνται αναπαραστάσεις και νοήματα που δύνανται να ενισχύουν προκαταλήψεις και να επηρεάζουν κοινωνικές στάσεις και πρακτικές. Όταν δε, η γλώσσα χρησιμοποιείται στη δημόσια σφαίρα από πρόσωπα με θεσμική εξουσία ή αυξημένη επιρροή, αυτή δεν περιορίζεται στην έκφραση προσωπικής άποψης και ούτε οι αντιλήψεις που διαμορφώνονται μέσω τέτοιου λόγου είναι ουδέτερες. Έχουν θεσμικό βάρος, δύνανται να νομιμοποιούν τον αποκλεισμό και να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη λήψη αποφάσεων, καθώς και τη χάραξη πολιτικών και πρακτικών που αφορούν συγκεκριμένες ομάδες, τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μέσο έκφρασης, αλλά κρίσιμο εργαλείο άσκησης εξουσίας, με άμεσες συνέπειες στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Κατά συνέπεια, η επιλογή της γλώσσας από δημόσιους αξιωματούχους και θεσμικούς φορείς δεν αποτελεί ζήτημα επικοινωνιακής στρατηγικής, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε απερισκεψία ή αμέλεια. Αποτελεί ζήτημα δημοκρατικής ευθύνης, θεσμικής συνέπειας και λογοδοσίας. Ως εκ τούτου, η χρήση χαρακτηρισμών ή επιθετικών προσδιορισμών που αφορούν στα άτομα με αναπηρία ή για οποιαδήποτε άλλη ομάδα ατόμων οφείλει να προάγει τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ισότιμη συμμετοχή και την κοινωνική ισότητα.
Ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αποδοκιμάζω απερίφραστα κάθε έκφραση που προσβάλλει ή στιγματίζει άτομα με αναπηρία, ιδίως όταν αυτές επηρεάζουν παιδιά και νέους, διαμορφώνοντας κλίμα φόβου, σιωπής και αποκλεισμού. Καλώ σε ουσιαστικό αναστοχασμό, τόσο σε ατομικό όσο και σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο, για τον τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε, για τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουμε δημόσια και για τον τρόπο με τον οποίο χαράσσονται πολιτικές που αφορούν στα δικαιώματα και στην αξιοπρέπεια όλων, χωρίς εξαιρέσεις.


