Ισχυρό παραμένει το αγοραστικό ενδιαφέρον για κατοικίες, ωστόσο οι υψηλές τιμές πώλησης και η δυσκολία εντοπισμού κατάλληλου ακινήτου εξελίσσονται σε βασικά εμπόδια για ολοένα και περισσότερους πολίτες, σύμφωνα με έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, το 41,1% των ερωτηθέντων θεωρεί πιθανό να προχωρήσει σε αγορά ακινήτου μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ το 34% δηλώνει ότι ενδέχεται να προχωρήσει σε πώληση ακινήτου στο ίδιο διάστημα. Στην αγορά ενοικίασης, το 46,3% θεωρεί πιθανή ή μάλλον πιθανή τη σύναψη συμφωνίας μίσθωσης, έναντι 41,4% που εκτιμά ότι δεν θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον, το υψηλό επίπεδο τιμών παραμένει ο σημαντικότερος αποτρεπτικός παράγοντας. Συγκεκριμένα, το 36,8% δηλώνει ότι δεν προχώρησε σε αγορά ακινήτου την τελευταία πενταετία εξαιτίας των τιμών. Την ίδια ώρα, το 10,7% εντοπίζει ως βασικό εμπόδιο τη δυσκολία πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό, ενώ το 6,7% αναφέρεται στην οικονομική αβεβαιότητα. Για ένα ακόμη 4,7%, αποτρεπτικά λειτουργούν το φορολογικό πλαίσιο και η πολυπλοκότητα των διαδικασιών.
Ως βασικοί λόγοι για την άνοδο των τιμών πώλησης αναδεικνύονται η ζήτηση από ξένους αγοραστές σε ποσοστό 34,2%, η ανεπαρκής κρατική πολιτική για προσιτή κατοικία ή η έλλειψη κινήτρων για νέες οικοδομές με 28,9%, καθώς και η αύξηση του κόστους κατασκευής και πρώτων υλών με 23%.
Αντίστοιχα, στις τιμές των ενοικίων, οι ερωτηθέντες αποδίδουν τις αυξήσεις κυρίως στην επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε ποσοστό 33,8%, στην ανεπαρκή στεγαστική πολιτική με 32,9% και στη ζήτηση από ξένους αγοραστές με 26,9%.
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συγκράτηση των τιμών, το 41,5% προκρίνει την ενεργοποίηση αχρησιμοποίητων ακινήτων μέσω κινήτρων, το 36,5% την ανάπτυξη κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, ενώ το 31,9% ζητεί φορολογικές ελαφρύνσεις για αγοραστές και ενοικιαστές. Ακολουθούν τα κίνητρα για την κατασκευή νέων κατοικιών με 28,6%, τα κίνητρα για ανακαινίσεις με 25,3% και η μείωση της γραφειοκρατίας και του κόστους συμμόρφωσης με 16,9%.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι, μεταξύ όσων προχώρησαν σε αγορά ή ενοικίαση ακινήτου τα τελευταία πέντε χρόνια, το 43,7% θεωρεί ότι η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η εύρεση του κατάλληλου ακινήτου, στοιχείο που καταδεικνύει το έλλειμμα διαθέσιμου αποθέματος με κατάλληλες προδιαγραφές και προσιτές τιμές. Επιπλέον, το 15% αναφέρει ως σημαντικό πρόβλημα τη διεκπεραίωση εγγράφων και διαδικασιών.
Ενδεικτικό των καθυστερήσεων είναι το γεγονός ότι μόλις το 19% κατάφερε να ολοκληρώσει αγοραπωλησία μέσα σε τρεις μήνες. Αντίθετα, το 27,4% χρειάστηκε περισσότερο από έξι μήνες, ενώ περίπου ένας στους δέκα ανέμενε πάνω από έναν χρόνο.
Την ίδια στιγμή, όσοι τελικά απέκτησαν ακίνητο φαίνεται ότι βασίστηκαν κυρίως σε δικούς τους πόρους. Συγκεκριμένα, το 54,1% όσων αγόρασαν ακίνητο την τελευταία πενταετία δήλωσε ότι το έκανε χωρίς χρηματοδότηση, χρησιμοποιώντας ίδια κεφάλαια. Για όσους προσέφυγαν σε δανεισμό, οι μεγαλύτερες δυσκολίες ήταν οι πολύπλοκες διαδικασίες έγκρισης, σε ποσοστό 24%, και τα υψηλά επιτόκια ή χρεώσεις, σε ποσοστό 13%.
Παρά τα εμπόδια, η αγορά εμφανίζει κινητικότητα. Μεταξύ όσων πραγματοποίησαν αγορά ή πώληση ακινήτου την τελευταία πενταετία, το 59,2% το έκανε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 έως 24 μηνών, γεγονός που δείχνει επιτάχυνση των συναλλαγών. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία ο αριθμός των συμβολαιογραφικών πράξεων αγοραπωλησίας αυξήθηκε κατά 40,1% το 2021, κατά 7,2% το 2022, κατά 8,8% το 2023 και κατά 19,4% το 2024.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι ότι η ζήτηση στην αγορά κατοικίας παραμένει ισχυρή, όμως οι τιμές, η περιορισμένη προσφορά κατάλληλων ακινήτων και οι δυσκολίες χρηματοδότησης ωθούν μέρος των ενδιαφερομένων είτε σε αναμονή είτε σε στροφή σε εναλλακτικά ακίνητα.
Capital.gr










