11 Απριλίου, 2026
2:16 μμ

Δανειολήπτες αλλά και τράπεζες ή εταιρείες διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων μπορεί να βρεθούν εγκλωβισμένοι σε χρονοβόρες διαδικασίες στα δικαστήρια, σε περίπτωση που εφαρμοστούν κάποιες αποφάσεις της Βουλής, χωρίς τουλάχιστον πρώτα να διορθωθούν από τους βουλευτές.

Σε τέτοια περίπτωση, αντί να επιλυθούν τα προβλήματα θα προκληθούν ακόμη περισσότερα, επηρεάζοντας μεγάλη μερίδα των πολιτών.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων, ψηφίζοντας σε νόμους μια σειρά από προτάσεις, οδηγεί ούτε λίγο, ούτε πολύ σε βραχυκύκλωμα τα δικαστήρια και κατ’ επέκταση τις ίδιες τις διαδικασίες που αφορούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τις εκποιήσεις.

Πέραν από τον νόμο που εισηγήθηκε η ΔΗΠΑ για αναστολή εκποιήσεων για πρώτη κατοικία με αξία μέχρι 350.000 ευρώ, υπερψηφίστηκε ακόμη μία πρόταση νόμου, αυτή τη φορά του ΑΚΕΛ, η οποία ουσιαστικά βάζει στον πάγο όλες τις εκποιήσεις.

Συγκεκριμένα, η πρόταση που κατατέθηκε από τους βουλευτές του ΑΚΕΛ Γιώργο Λουκαΐδη, Άριστο Δαμιανού και Ανδρέα Καυκαλιά και από τον πρόεδρο των Οικολόγων, Σταύρο Παπαδούρη, κατοχυρώνει το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για αναστολή εκποίησης, σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται το χρέος ή εγείρονται ζητήματα καταχρηστικών ρητρών.

Το ΑΚΕΛ, αν και σωστά υποστηρίζει πως οι δανειολήπτες πρέπει να έχουν δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, εντούτοις την ίδια ώρα παραβλέπει μια πολύ σημαντική πραγματικότητα.

Στο ενδεχόμενο που τα δικαστήρια θα κατακλυστούν από χιλιάδες αιτήσεις δανειοληπτών που αμφισβητούν το χρέος ή θέτουν ζητήματα καταχρηστικών ρητρών, εκτιμάται πως θα βραχυκυκλωθούν τα δικαστήρια και θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο το πρόβλημα που υπάρχει ήδη με τις χρονοβόρες διαδικασίες.

Όπως σχολίασαν διάφοροι κύκλοι στον «Φ», αυτό το σημείο δεν είναι μια απλή λεπτομέρεια αλλά αποτελεί την ουσία για το κατά πόσον αυτός ο νόμος μπορεί να εφαρμοστεί αλλά και να βοηθήσει ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα των εκποιήσεων. Ουσιαστικά, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι κύκλοι, πρώτα θα έπρεπε να εξασφαλιστεί ότι τα δικαστήρια μπορούν να διεκπεραιώσουν έναν τόσο μεγάλο αριθμό αιτήσεων, που εκτιμάται πως θα υποβληθούν ενώπιον τους.

Σε αντίθετη περίπτωση, όπως επεξηγούν, είναι ορατός ο κίνδυνος να βραχυκυκλωθούν όλες οι διαδικασίες.

Οι προεκτάσεις ενός τέτοιου ενδεχομένου αγγίζουν ακόμη και τους δανειολήπτες, οι οποίοι θα εμπλακούν σε ατέρμονες διαδικασίες, ακόμα και σε περιπτώσεις που οι δικές τους περιπτώσεις αφορούν εξόφθαλμες περιπτώσεις υπέρ τους. Ουσιαστικά, στο τέλος θα «τιμωρηθούν» και οι περιπτώσεις δανειοληπτών που είναι πολύ πιθανό ότι θα μπορούσαν να δικαιωθούν ενώπιον δικαστηρίου.

Όπως σημειώνεται, σε περίπτωση που εφαρμοστεί μια τέτοια νομοθεσία, με τόσο ανοικτό πλαίσιο και σίγουρα χωρίς αυστηρά κριτήρια, τότε ορατό είναι το ενδεχόμενο να γίνει «κατάχρηση» αυτού του δικαιώματος ακόμη και από κακοπληρωτές, ώστε να καθυστερήσουν με κάθε τρόπο τις διαδικασίες που θα τους υποχρεώσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, τιμωρώντας την ίδια ώρα με αυτό τον τρόπο τους δανειολήπτες που πραγματικά έχουν αδικηθεί από τις τράπεζες και μπορούν να το αποδείξουν.

Σε αυτό έρχονται να προστεθούν οι νέες δυνατότητες που δόθηκαν μέσω των νομοσχεδίων στην Χρηματοοικονομική Επίτροπο, αφού μπορεί να λάβει αποφάσεις και για τη διαφορά χρέους μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών. Όπως αναφέρεται, με αυτό τον τρόπο οι δανειολήπτες μπορούν να αμφισβητήσουν το χρέος.

Μετά από κάποια χρόνια

Η απόφαση για την αναστολή εκποιήσεων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης εκτιμάται πως αντί να λύσει θα διαιωνίσει το πρόβλημα.

Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Εάν κάποιος δανειολήπτης αμφισβητεί το χρέος του προς την τράπεζα, προσφύγει στη δικαιοσύνη και στο τέλος είτε δεν δικαιωθεί, είτε η διαφορά στο ποσό δεν είναι αυτή που ανέμενε και δεν μπορεί ή δεν θέλει να το αποπληρώσει, τότε το αποτέλεσμα ουσιαστικά θα είναι η εκποίηση του ακινήτου του με κάποια χρόνια καθυστέρηση. Άρα, το πρόβλημα των εκποιήσεων δεν λύνεται, απλά διαιωνίζεται και μεταφέρεται σε μεταγενέστερο χρόνο.

Ποια είναι η λύση

Αυτό που θα μπορούσε να γίνει, όπως υποστηρίζουν τραπεζικοί κύκλοι και όχι μόνο, είναι να δοθεί πραγματική βοήθεια στους ευάλωτους δανειολήπτες. Αυτό θα μπορούσε να γίνει πρώτα με την κατηγοριοποίηση των δανειοληπτών.

Να σημειωθεί πως ασκείται έντονη κριτική κατά των κομμάτων επειδή οι προτάσεις νόμου που κατέθεσαν αλλά και οι λύσεις που προκρίνουν διαμορφώθηκαν χωρίς πρώτα να λάβουν αριθμούς και δεδομένα για το τι ισχύει με την κάθε κατηγορία δανειοληπτών, άρα χωρίς να γνωρίζουν, πρώτον τις επιπτώσεις στην οικονομία και, δεύτερον, πόσους πραγματικά βοηθούν.

Συγκεκριμένα, στην Κύπρο υπάρχουν τρεις κατηγορίες δανειοληπτών:

1/ Οι κακοπληρωτές, που ενώ έχουν τα χρήματα δεν θέλουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

2/ Οι δανειολήπτες που αμφισβητούν τις χρεώσεις αλλά είναι συνεργάσιμοι και,

3/ Οι δανειολήπτες που δεν μπορούν να ξεχρεώσουν το δάνειο τους και είναι πραγματικά ευάλωτοι.

Υπό κανονικές συνθήκες, η βαρύτητα πολιτείας, κομμάτων και τραπεζών θα έπρεπε να δοθεί στις δύο τελευταίες κατηγορίες, οι οποίες θέλουν τουλάχιστον να βρεθεί κάποια λύση. Συγκεκριμένα, στη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να ενισχυθούν τα εργαλεία αλλά και οι διαδικασίες ώστε οι υποθέσεις τους να προχωρούν με γοργούς ρυθμούς για να διευθετηθεί η οφειλή με δίκαιο τρόπο.

Για την τρίτη περίπτωση δανειοληπτών, πρέπει να υπάρξουν ανάλογα σχέδια, όπως το Ενοίκιο έναντι Δόσης, όπου θα μπορούν να ενταχθούν οι πραγματικά ευάλωτοι δανειολήπτες, ώστε να παραμείνουν στο σπίτι τους, με κάποια πολύ χαμηλή δόση, και να μην βρεθούν στον δρόμο.

Όπως μεταφέρθηκε στον «Φ», το κράτος μπορεί να ασκήσει κοινωνική πολιτική μέσω ενός τέτοιου σχεδίου και να προστατεύσει όσους πραγματικά βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, ώστε να παραμείνουν μέχρι το τέλος της ζωής τους στο σπίτι τους και χωρίς να ζουν καθημερινά με το άγχος της εκποίησης.

Καταληκτικά, είναι κοινά αποδεκτό πως θα ήταν πολύ πιο εύκολο να βοηθηθούν οι κατηγορίες δανειοληπτών που βρίσκονται σε προχωρημένη ηλικία και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, αφού δεν υπάρχει λύση για να προστατευθεί η κατοικία τους, παρά να γίνει μια γενική και αόριστη αναστολή εκποιήσεων, που θα προφυλάσσει τους κακοπληρωτές, θα «εκδικείται» όσους τακτοποιούν τις οφειλές τους, θα καθυστερεί αυτούς που θέλουν λύση και θα μειώνει την προστασία και τη βοήθεια στους πραγματικά ευάλωτους.

Exit mobile version