10 Απριλίου, 2026
3:58 μμ

Σε μια εύθραυστη ισορροπία μεταξύ κλιμάκωσης και προσωρινής αποκλιμάκωσης φαίνεται να εισέρχεται η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ, Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Παρά τις σημαντικές απώλειες και από τις δύο πλευρές, η σύγκρουση αναδεικνύει τα όρια της στρατιωτικής ισχύος, ενώ η συζήτηση περί εκεχειρίας φαίνεται να εξυπηρετεί περισσότερο την ανάγκη ανασύνταξης δυνάμεων, παρά μια οριστική λύση.

Ο αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Γιώργος Κέντας ανέλυσε στο philenews το ρευστό και αβέβαιο τοπίο που διαμορφώνεται στην ευρύτερη περιοχή, με τις γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις να εντείνονται.

Αρχικά ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε κάποιες υποχωρήσεις. «Το κύριο θέμα που προκύπτει είναι ότι αναδεικνύονται τα όρια της επιβολής διά της ισχύος. Το κόστος που προέκυπτε από τη συνέχιση της στρατιωτικής βίας ενδεχομένως να ήταν δυσανάλογο σε σχέση με οποιοδήποτε περαιτέρω όφελος».

Συμπλήρωσε ότι το Ιράν υπέστη σημαντικές ζημιές και απώλειες, ωστόσο, διατήρησε τη δυνατότητα να διεξάγει έναν πόλεμο φθοράς και ενδεχομένως, να μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή.

Επεσήμανε ότι από τις πρώτες ημέρες του πολέμου διαφάνηκε πως το Ιράν διέθετε την ευελιξία να αντικαταστήσει την πυραμίδα της ηγεσίας. «Έκτισε ένα σύστημα διασποράς των βαλλιστικών δυνατοτήτων του, με drones και πυραύλους».

«Το Ιράν μπορούσε να συνεχίσει να προκαλεί φθορά και τρόμο»

Ο κ. Κέντας υπογράμμισε ότι το Ιράν μπορούσε να συνεχίσει να προκαλεί φθορά και τρόμο στα κράτη του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Ομάν, το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ. «Στον πόλεμο εισήλθαν και οι Χούθι, οι φιλοϊρανικές δυνάμεις στο Ιράκ ήταν αρκετά δραστήριες, ενώ διαφάνηκε ότι και η Χεζμπολάχ διατηρούσε ορισμένες δυνατότητες. Αυτά ήταν στοιχεία που ανέδειξαν την ανθεκτικότητα του Ιράν και των συμμάχων του, αλλά και την αποφασιστικότητά του».

Αναφερόμενος στο Ισραήλ, εξήγησε ότι η διακοπή των εχθροπραξιών με το Ιράν του δίνει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει όλες του τις δυνάμεις εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Συνεχίζοντας, σημείωσε ότι καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραματίζουν τα Στενά του Ορμούζ, καθώς από εκεί διέρχεται το 20% της παγκόσμιας ενέργειας. «Αποτέλεσμα είναι ότι τα υπόλοιπα κράτη του κόσμου άρχισαν να επιδεικνύουν όλο και λιγότερη ανοχή στη συνέχιση του πολέμου».

Σχολιάζοντας το σχέδιο εκεχειρίας που τέθηκε από το Ιράν, εξήγησε ότι και οι δύο πλευρές επιδιώκουν μια διακοπή, ώστε να αναδιοργανωθούν. «Είναι αβέβαιο αν θα καταφέρουν να καταλήξουν σε συμφωνία, ωστόσο, δεν είναι αδύνατο να υπάρξει μια ακόμη παύση σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς».

«Και οι δύο πλευρές υιοθετούν μια ρητορική επικράτησης και νίκης»

Ερωτηθείς αν υπάρχει τελικά κάποιος κερδισμένος από την εκεχειρία, δεδομένου ότι τόσο ο Ντόναλντ Τραμπ όσο και το Ιράν δήλωσαν «νικητές», απάντησε ότι ακολουθούν την πεπατημένη. «Και οι δύο πλευρές υιοθετούν μια ρητορική επικράτησης και νίκης. Υπάρχουν λόγοι για τους οποίους θεωρούν ότι επικράτησαν, αλλά και αντικειμενικοί λόγοι που δείχνουν ότι αμφότερες υπέστησαν κάποιου είδους ήττα».

Ξεκαθάρισε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος μπορεί να συνεχίσει τον πόλεμο ανά πάσα στιγμή, όμως, υπάρχουν παράμετροι κόστους. «Η μία είναι ότι έχει δημιουργηθεί πολιτική νευρικότητα στις τάξεις των Ρεπουμπλικάνων, καθώς οι μετρήσεις δείχνουν πιθανές σοβαρές απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Ο Τραμπ γνωρίζει ότι, αν χαθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, θα αντιμετωπίσει προβλήματα».

Τόνισε επίσης ότι ο Τραμπ άρχισε να χάνει τη δημοτικότητά του λόγω του πολέμου, παρά το γεγονός ότι είχε υποσχεθεί πως δεν θα εμπλέξει τη χώρα σε πολεμικές συγκρούσεις, αλλά και εξαιτίας της ανόδου των τιμών στις ΗΠΑ.

«Ο Τραμπ υποσκάπτει το σύστημα που οι ΗΠΑ δημιούργησαν»

Όσον αφορά τις απειλές του Αμερικανού Προέδρου προς το ΝΑΤΟ, εξήγησε ότι και στις δύο θητείες του στρέφεται εναντίον του πολυμερισμού και των θεσμών ασφάλειας, επιδιώκοντας μονομερείς αποφάσεις. «Ουσιαστικά υποσκάπτει ένα περιφερειακό και παγκόσμιο σύστημα που οι ίδιοι οι Αμερικανοί δημιούργησαν, προκειμένου να ασκούν επιρροή και έλεγχο, επιδοτώντας την ασφάλεια άλλων χωρών».

Συμπλήρωσε ότι ο Τραμπ δεν επιθυμεί οι ΗΠΑ να καταβάλλουν πόρους για τη συντήρηση αυτού του συστήματος. «Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε να επενδύσουν για να διατηρήσουν ισχυρή επιρροή. Έτσι, δημιούργησαν θεσμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΝΑΤΟ, ως μέσα άσκησης επιρροής στο διεθνές σύστημα».

Επιπλέον, ανέφερε ότι, για λόγους που αφορούν την παγκόσμια οικονομία αλλά και τις εκλογές στις ΗΠΑ, ενδεχομένως να υπάρξει μια παρατεταμένη παύση. «Η επανεκκίνηση του πολέμου, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες του Ιράν, μπορεί να προκαλέσει ζημιές που θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να αποκατασταθούν. Έχει ήδη καταστραφεί το 17% της παραγωγής φυσικού αερίου στο Κατάρ και η αποκατάστασή του εκτιμάται ότι θα διαρκέσει 3 έως 5 χρόνια. Αυτό δημιουργεί ένα ντόμινο εξελίξεων, με τον πραγματικό αντίκτυπο να γίνεται σταδιακά ορατός στην παγκόσμια οικονομία».

Τέλος, υπογράμμισε ότι οι εξελίξεις στις χώρες του Κόλπου οδηγούν σε ανασχεδιασμό του συστήματος ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. «Η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται άμεσα με το νέο αυτό σύστημα, ενώ η βεβαιότητα ενός και μοναδικού εγγυητή ασφάλειας για τα κράτη του Κόλπου έχει καταρρεύσει, οδηγώντας τις χώρες στην αναζήτηση νέων συνεργασιών και συμμαχιών πέραν των ΗΠΑ».

Exit mobile version