Υπέρ της αναδιάταξης του τραπεζικού συστήματος μέσω των δύο τραπεζικών εξαγορών που έγιναν εμφανίζεται ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Χριστόδουλος Πατσαλίδης, βλέποντας θετικά δεδομένα από την είσοδο θεσμικών επενδυτών και το γεγονός ότι μια σειρά γεγονότων, όπως τα αυστηρά εποπτικά πρότυπα, θα αναβαθμίσουν την αξιοπιστία του τομέα.
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση στο «Οικονομικό Δελτίο Δεκεμβρίου», που δημοσίευσε χθες η Κεντρική Τράπεζα, αναφέρει ότι «οι πρόσφατες εξαγορές της Ελληνικής Τράπεζας από τη Eurobank και της AstroBank από την Alpha Bank σηματοδοτούν μια καθοριστική φάση αναδιάρθρωσης στον κυπριακό τραπεζικό τομέα, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη προς τη θεσμική επάρκεια και τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας».
Εξηγεί ότι «η είσοδος ισχυρών διεθνών θεσμικών επενδυτών με στρατηγικό και μακροπρόθεσμο ορίζοντα αναδεικνύει τη δέσμευσή τους στη δημιουργία βιώσιμης αξίας μέσω ενισχυμένων μηχανισμών εταιρικής διακυβέρνησης και ορθολογικής διοικητικής εποπτείας, συμβάλλοντας στη θεσμική ωρίμανση και την αναβάθμιση της αξιοπιστίας του τομέα. Τα πιστωτικά ιδρύματα αυτά υπόκεινται στην εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, ο οποίος επιβάλλει αυστηρά εποπτικά πρότυπα».
Για τον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, η συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο, σε συνδυασμό με τις οικονομίες κλίμακας, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και τη βελτιστοποίηση εταιρικών δομών, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την παροχή αναβαθμισμένων τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα και την αποδοτικότητα του συστήματος.
Ως προς το θέμα της φορολόγησης των υπερκερδών των τραπεζών, το οποίο επανήλθε επίσημα στη Βουλή τον Νοέμβριο του 2025 με την νέα πρόταση που κατέθεσε το ΑΚΕΛ και με άλλη πρόταση του ΕΛΑΜ, ο κεντρικός τραπεζίτης αποφεύγει να τοποθετηθεί επίσημα και κάνει μια χλιαρή γενική αναφορά ως προς την κερδοφορία των τραπεζών και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιοποιείται. Αναφέρει ειδικότερα ότι «η κερδοφορία των τραπεζών οφείλει να αξιοποιείται με τρόπο συνετό και στοχευμένο, ώστε να συμβάλλει ουσιαστικά στη διαχρονική ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της κεφαλαιακής τους βάσης.
Στην αναφορά του στο Οικονομικό Δελτίο, ο κ. Πατσαλίδης αναφέρει επίσης ότι «σε ό,τι αφορά την κερδοφορία του κυπριακού τραπεζικού τομέα, παρά τη σχετική υποχώρηση που παρατηρήθηκε κατά το τελευταίο έτος ένεκα της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων αναφοράς, τα επίπεδα παραμένουν ιδιαίτερα ικανοποιητικά, με τα καθαρά κέρδη του τρέχοντος έτους μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 να ανέρχονται σε περίπου 715 εκατ. ευρώ.
Αντίστοιχα, σημειώθηκε ήπια μείωση της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (RoE), η οποία διαμορφώθηκε στο 16,0%, ποσοστό που εξακολουθεί ωστόσο να υπερβαίνει αισθητά τον μέσο όρο των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ανέρχεται στο 10,7%. Σε παρόμοια τροχιά κινήθηκε και ο δείκτης εξόδων προς έσοδα (cost-to-income ratio), ο οποίος παρουσίασε περιορισμένη αύξηση και ανήλθε το Σεπτέμβριο του 2025 στο 42%, σαφώς χαμηλότεροςαπό τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο του 52% ».
Στο Οικονομικό Δελτίο σημειώνεται σε άλλο σημείο ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Κύπρου διατηρεί την ευρωστία και τη δυναμική του, συνεχίζοντας να στηρίζει απρόσκοπτα τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Η σταθερή αυτή εικόνα αποτυπώνεται και στη συνεχιζόμενη ενίσχυση των καταθέσεων κατά τη διάρκεια του 2025. Ως προς την ενίσχυση των καταθέσεων που παρατηρείται στο τραπεζικό σύστημα, σε γενικές γραμμές αποδίδεται στα κέρδη των επιχειρήσεων και στη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και την θετική πορεία στην αγορά εργασίας.
Αναφέρεται για την αύξηση των καταθέσεων ότι η μεγαλύτερη συμβολή προήλθε κυρίως από τις μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, οι οποίες κατέγραψαν ετήσια αύξηση 15,3% τον Οκτώβριο του 2025, έναντι 11,4% τον Οκτώβριο του 2024, τον υψηλότερο ρυθμό μεταβολής που έχει σημειωθεί από το 2018. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την ενίσχυση των ρευστών διαθεσίμων των επιχειρήσεων, ως αποτέλεσμα της διατηρούμενης κερδοφορίας αν και σχετικά χαμηλότερης σε σχέση με την περίοδο υψηλού πληθωρισμού, της αυξημένης επιχειρηματικής δραστηριότητας και της ανόδου των καθαρών νέων χορηγήσεων, μέρος των οποίων παραμένει εντός του τραπεζικού συστήματος.


