Μια τράπεζα δεν μπορεί να αρνηθεί σε πελάτης την άμεση επιστροφή ποσού για μη εγκεκριμένη συναλλαγή, ούτε να επικαλεστεί βαριά αμέλεια του πελάτη, σύμφωνα με τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αθανάσιου Ράντου, που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, σχετικά με Πολωνή πολίτη που έπεσε θύμα ηλεκτρονικής απάτης.
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, πελάτισσα τράπεζας εξαπατήθηκε μέσω της μεθόδου του ηλεκτρονικού ψαρέματος (phishing), όταν ένα τρίτο πρόσωπο, προσποιούμενο τον αγοραστή σε διαδικτυακή πύλη δημοπρασιών, της απέστειλε παραπλανητικό σύνδεσμο που μιμείτο τον ιστότοπο της τράπεζάς της. Η γυναίκα, εισάγοντας τους κωδικούς πρόσβασής της, επέτρεψε στον απατεώνα να πραγματοποιήσει μη εγκεκριμένη συναλλαγή από τον λογαριασμό της. Η Τράπεζα αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό, επικαλούμενη βαριά αμέλεια από πλευράς της πελάτισσας, η οποία προσέφυγε στη δικαιοσύνη.
Το εθνικό δικαστήριο της Πολωνίας ζήτησε από το Δικαστήριο της ΕΕ να διευκρινίσει αν, βάσει του ευρωπαϊκού δικαίου, η τράπεζα οφείλει να επιστρέψει άμεσα το ποσό, ακόμη και σε περίπτωση βαριάς αμέλειας του πελάτη. Ο Γενικός Εισαγγελέας Ράντος υποστήριξε ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο επιβάλλει την άμεση επιστροφή του ποσού, εκτός αν η τράπεζα έχει βάσιμες υποψίες απάτης, τις οποίες οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στις αρμόδιες αρχές. Η επιστροφή δεν αποκλείει το δικαίωμα της τράπεζας να ζητήσει αργότερα από τον πελάτη να αναλάβει το βάρος της ζημίας, εάν αποδειχθεί ότι παραβίασε τις υποχρεώσεις του ως χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.
«Η προστασία των καταναλωτών αποτελεί προτεραιότητα», τόνισε ο Ράντος, υπογραμμίζοντας ότι η προσέγγιση αυτή εναρμονίζεται με το γράμμα και το πνεύμα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, η οποία στοχεύει στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.
Η υπόθεση αναμένεται να εκδικαστεί από το Δικαστήριο της ΕΕ, με την απόφαση να έχει ευρύτερες επιπτώσεις για την αντιμετώπιση ηλεκτρονικών απατών και την προστασία των καταναλωτών σε όλη την Ένωση.
(ΚΥΠΕ)










