Στο κενό έπεσε η προσπάθεια του δημάρχου Πάφου Φαίδωνα Φαίδωνος να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης του υπουργού Εσωτερικών να τον θέσει σε αργία, μέχρι την περάτωση των ερευνών της Αστυνομίας ή της δίκης του.
Ο κ. Φαίδωνος ευθύς μετά την απόφαση για απομάκρυνση από τα καθήκοντά του, καταχώρησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο με την οποία αιτείται την ακύρωση της απόφασης του υπουργού Εσωτερικών που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 5.2.2026, σύμφωνα με την οποία τέθηκε σε αργία από τη θέση δημάρχου από την ημερομηνία της δημοσίευσης.
Με την προσφυγή του καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία αιτείται:
«Α. Έκδοση Διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση ή/και η εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης του Καθ’ ου η Αίτηση ημ. 5.2.26, με την οποία γνωστοποιήθηκε η θέση σε αργία του Αιτητή επ’ αόριστον, μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της πιο πάνω Προσφυγής ή και μέχρι νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου.
Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή ή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις».
Σύμφωνα με χθεσινή απόφαση της δικαστού του Διοικητικού Δικαστηρίου Έλενας Μιχαήλ, τα γεγονότα όπως προκύπτουν από την ένορκη δήλωση και στην έκταση που ενδιαφέρουν για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης είναι τα εξής: Ο αιτητής υπηρετούσε ως δήμαρχος Πάφου. Ο καθ’ ου η αίτηση (υπουργός Εσωτερικών) με επιστολή του προς την Αστυνομία άγνωστης ημερομηνίας ζήτησε να ενημερωθεί κατά πόσο διερευνάται οτιδήποτε σε σχέση με τον αιτητή. Η Αστυνομία απάντησε ότι εναντίον του αιτητή διερευνάται καταγγελία για βιασμό στη βάση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα. Στις 4.2.2026 ο καθ’ ου η αίτηση ανακοίνωσε πως στη βάση της ενημέρωσης από την Αστυνομία θα προχωρήσει να θέσει τον αιτητή σε αργία από την επόμενη μέρα.
Στις 5.2.2026 δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας η απόφαση της οποίας η αναστολή επιδιώκεται με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Γνωστοποιείται ότι ο κ. Φαίδωνας Φαίδωνος, Δήμαρχος Πάφου, τελεί αυτοδικαίως σε αργία από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας γνωστοποίησης του Υπουργού Εσωτερικών στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 113(1) του περί Δήμων Νόμου (Ν. 52(Ι)/2022), καθότι εναντίον του διερευνάται από τις διωκτικές αρχές αδίκημα ως το εν λόγω άρθρο ορίζει».
Με την αίτησή του ο δήμαρχος Πάφου εισηγείται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει έκδηλη παρανομία επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμα του σε προηγούμενη ακρόαση ως αυτό προνοείται στο Άρθρο 43(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, αλλά και στο Άρθρο 146 του Συντάγματος, ο καθ’ ου η αίτηση ερμήνευσε υπό νομική πλάνη το Άρθρο 113 του περί Δήμων Νόμου, Ν. 52(Ι)/2022, ενεργώντας υπό δέσμια αρμοδιότητα αντί διακριτική ευχέρεια παραβιάζοντας κατά αυτό τον τρόπο την αρχή της χρηστής διοίκησης, η προσβαλλόμενη απόφαση ή/και το Άρθρο 113 του Νόμου παραβιάζουν Άρθρα του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ κ.ά.
Σύμφωνα με τη δικαστή, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, κατά του αιτητή διερευνάται το ενδεχόμενο διάπραξης βιασμού. Ο βιασμός ορίζεται ρητώς στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[1] ως κακούργημα το οποίο επιφέρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης διά βίου. Σύμφωνα με τον Νόμο, όταν διερευνάται τέτοιας φύσης κακούργημα κατά δημάρχου το πρόσωπο αυτό τελεί αυτοδίκαια σε αργία από τη μέρα της δημοσίευσης της γνωστοποίησης του Υπουργού.
«Παρόλο που ο αιτητής αναγνωρίζει στην παράγραφο 24 της ένορκης του δήλωσης ότι ο όρος «αυτοδικαίως» σημαίνει ipso jure, δηλαδή, πως συμβαίνει αμέσως μετά την εμφάνιση ενός άλλου γεγονότος με άλλα λόγια αυτόματα, εισηγείται ότι ο καθ’ ου η αίτηση ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τον Νόμο διότι θα έπρεπε πρώτα να αξιολογήσει τις περιστάσεις και τότε να λάβει απόφαση εάν θα θέσει ή όχι σε αργία τον αιτητή», επισημαίνει το Δικαστήριο.
Και συνεχίζει: Το λεκτικό του Άρθρου 113 του Νόμου είναι σαφές. Εφόσον οι διωκτικές αρχές, δηλαδή η Αστυνομία, ερευνούν κακούργημα που σε περίπτωση καταδίκης επιφέρει ποινή φυλάκισης τριών ετών και άνω τότε αυτόματα από τη μέρα δημοσίευσης της γνωστοποίησης του καθ’ ου η αίτηση ο αιτητής τελεί σε αργία. Η γνωστοποίηση δημοσιεύτηκε στις 5.2.2026 άρα από εκείνη τη μέρα και μετέπειτα αυτόματα ο αιτητής τελεί σε αργία.
Το κατά πόσο ο καθ’ ου η αίτηση είχε την ευχέρεια ή μη να μην προχωρήσει σε δημοσίευση γνωστοποίησης είναι άλλο ζήτημα που δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης εφόσον η αναστολή της πράξης που επιδιώκεται είναι η εφαρμογή της γνωστοποίησης η οποία θέτει, όπως εξηγήθηκε, αυτόματα τον αιτητή σε αργία άμεσα με τη δημοσίευσή της. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα προχωρήσει ή όχι σε δημοσίευση γνωστοποίησης, οι περιπτώσεις κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό της έκδηλης παρανομίας.
Το Δικαστήριο απέρριψε τις θέσεις του δημάρχου περί παραγνώρισης των βασικών αρχών του διοικητικού δικαίου «εφόσον η διερεύνηση αφορά στο ενδεχόμενο διάπραξης κακουργήματος το οποίο βεβαίως δεν μπορεί να ελεγχθεί διοικητικά αλλά σε επίπεδο Αστυνομίας, ούτε και ζητήματα αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 113 μπορούν να τύχουν εξέτασης σε αυτό το στάδιο αλλά στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της προσφυγής εφόσον δεν προκύπτουν αναντίλεκτα αλλά κατόπιν στάθμισης για έκφραση κρίσης. «Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της έκδηλης παρανομίας», παρατήρησε το Δικαστήριο.
Στην αίτηση ο κ. Φαίδωνος παραπονείται ότι υπέστη ανεπανόρθωτη βλάβη λόγω της απομάκρυνσής του από τα καθήκοντά του, επειδή του αποστερείται το δικαίωμα να ασκήσει το πολιτικό του πρόγραμμα εκπροσωπώντας τους δημότες Πάφου, επηρεάζεται καθοριστικά και μη αναστρέψιμα η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του τόσο σε πολιτικό όσο και προσωπικό επίπεδο και εξουδετερώνεται ως πολιτικός αντίπαλος άλλων προσώπων.
Η δικαστής απάντησε καίρια στο ζήτημα αυτό αναφέροντας ότι η προϋπόθεση της πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημόσιο συμφέρον το οποίο ακόμα και όπου προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, αυτό υπερισχύει. Στην υπό κρίση υπόθεση, σημειώνεται, το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει και απαιτεί όπως πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα επιδεικνύουν και τον αντίστοιχο σεβασμό προς τα πρόσωπα που τα εξέλεξαν τηρώντας τον νόμο. Η έρευνα που διεξάγει η Αστυνομία σε σχέση με τον αιτητή αφορά εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα και θα αντιστρατευόταν το δημόσιο συμφέρον εάν επιτρεπόταν στον αιτητή η εξακολούθηση της άσκησης των δημοσίων καθηκόντων του ενόσω εκκρεμεί η διερεύνηση.
«Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται», αναφέρει η δικαστής Μιχαήλ.


