24 Μαρτίου, 2026
12:11 μμ

         “Τα άνθη της χαράς και στη λύπη βρίσκονται …”.     Δ.Β.

«Είχα φτάσει στο μικρό σπιτάκι κι είδα έξω απ’ αυτό σωρούς μεγάλους και ψηλούς κοκάλων σα χυμένη ζάχαρη ή κάτι  άλλο εμπόρευμα. Και κιβώτια πλήθος, πλήθος στιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο (…) Πάλι είδα τους σωρούς των κοκάλων και ήταν σα σωρός πετρών που ρίχνουν απ’ έξω απ’ τις οικοδομές.

Και ανακατωμένα όλα. Κρανία, πόδια, πλάτες, χέρια! Κόκαλα ευτυχών, που υπήρξαν, και δυστυχών! Ανθρώπων που γέλασαν πολύ και ήπιαν την ηδονή, με ανθρώπων κόκαλα που τους είχε πάντα η θλίψη δικούς της, που δεν γνώρισαν ποτέ το γέλιο! Γιατί τα ρίχνουν έτσι; Σκέφτηκα».

Τον Ιούλιο του 1910 ο Δημοσθένης Βουτυράς δημοσιεύει στο περιοδικό Παναθήναια το Μαύρο διήγημα «Οι αποσκευές των νεκρών». Στο πλαίσιο επίσκεψής του σε κοιμητήριο, ο συγγραφέας αντικρίζει σωρούς στιβαγμένων κοκάλων εντός και εκτός κιβωτίων.

Το θέαμα τον εκπλήττει και συνάμα εγείρει στον ίδιο την ανάγκη να ενδώσει σε μια παραδοξολογία και ένα φρικιαμό που θα εξυπηρετήσουν τις αρχές της συγγραφικής του πρακτικής και θα απαντήσουν – στο πλαίσιο πάντα ενός ψυχολογικού ρεαλισμού – στη δημιουργία μιας εικονοποιίας, αποτέλεσμα ακριβούς παρατήρησης και οργιώδους φαντασίας. 

Η ψυχή είναι ασπόνδυλη, το σώμα όχι. Το σώμα δηλώνει την παρουσία του ως αναλλοίωτη κατασκευή ακόμα και όταν αυτό υπόκειται σε εκταφή. Ό,τι απομένει από τον ένσαρκο εαυτό, καλείται πλέον να δηλώνει – στο μέτρο που είναι εφικτό –  μια παρουσία ανώνυμη, ανοίκεια και λυτρωμένη από μνήμη. Απαλλαγμένο χαρισμάτων, το ύστατο ενδοσκελετικό κατάλοιπο της ύπαρξης διεκδικεί μια δεύτερη ζωή.

Ο συγγραφέας προσδίδει στα οστά χαρακτηριστικά ζάχαρης και ακολούθως πέτρας. Το θέαμα τον οδηγεί σε αντιφατικούς και ανορθόδοξους συσχετισμούς αναφορικά στο ζήτημα της όψης και της υλικότητας. Θα ήταν άστοχη οποιαδήποτε ερμηνεία της ζάχαρης συνυφασμένη με τη γευστική της ιδιότητα. Υποθέτω ότι ο Βουτυράς διακρίνει στα οστά τη λευκότητα ή την κρυστάλλινη λάμψη της ζάχαρης.

Στη συνέχεια προχωρά εντούτοις σε αναθεώρηση της εντύπωσής του, προσδίδοντας στα οστά χαρακτηριστικά και όψη άφθαρτης πέτρας. Και στις δύο περιπτώσεις, η αντίληψη της υλικότητας από μέρους του εξυπηρετεί καθαρά συμβολικές στοχεύσεις. Ο Βουτυράς δεν μελετά το κόκκαλο δειγματολογικά, δηλαδή ως μεμονωμένο είδος.

Ενισχύει τον μεταφορικό του λόγο υπερβαίνοντας το ζήτημα της όψης – ως αποκύημα εντύπωσης – προσδίδοντας στην υλικότητα χαρακτηριστικά ρευστότητας. Έτσι η ευδιάλυτη  ζάχαρη και η συμπαγής πέτρα ανάγονται μέσα από την πολλαπλότητά τους σε κάτι κατακλυσμικό. Στη βάση μιας πληθυντικής οντολογίας – της συσσώρευσης – ο συγγραφέας επιτείνει την ανωνυμία. 

Στην ουσία  μετασχηματίζει την πρωτογενή μορφή και ύλη των οστών προκειμένου να δώσει δικό του σχήμα στον ανεξεικόνιστο νεκρό. Αυτή η μεταστροφή γίνεται σε μια κατεύθυνση ενδο-κοσμική. Τα οστά ταγμένα εκ των πραγμάτων να απολαμβάνουν την υποχθόνια συνθήκη και την ‘αγαθή’ μοίρα του αθέατου φαντάζουν πλέον ως ασύλληπτη δωρεά ζωής. 

Ο άνθρωπος γεννιέται χωρίς μνήμη. Με τον θάνατο η μνήμη μετουσιώνεται σε ανάμνηση και μετατοπίζεται στη σφαίρα του άλλου. Ο νεκρός πλέον δεν θυμάται, τον θυμούνται, τον μνημονεύουν. «Ο τεθνεώς έχει τον τρόπο να παραμένει άταφος», υποστηρίζει ο Κωστής Παπαγιώργης αφήνοντας να νοηθεί πως το δικαίωμα  σε μια μεταθανάτια  παρουσία είναι αδιαπραγμάτευτο.

«Καθετί χρόνιο στη ζωή έχει την κεκτημένη του κίνηση, και ο νεκρός δεν μπορεί να εξαιρεθεί (…) εξακολουθεί να παραμένει στη ζωή σαν ανάσα χωρίς σωθικά», συμπληρώνει. Ο Παπαγιώργης εμμένει στη δυνατότητα ενός μεταστάντος να παρίσταται στην εγκόσμια σφαίρα. Πρόκειται σύμφωνα με τον ίδιο για μια βεβαιότητα που συνυφαίνεται από μεριάς των άλλων, κάτω από την οποία υποβόσκει χωρίς καμιά αμφιβολία η άφατη αποδοχή μιας πασίδηλης απουσίας.

Ο Βουτυράς επινοεί ενός τύπου μεταθανάτιο απόηχο. Η παραίσθησή του αποτελεί έκφανση θανατοληψείας και παράλληλα δυνατότητα εισόδου στον ‘άταφο’ ενεστώτα χρόνο που κληροδοτεί κάθε ζων και από τον οποίο ο νεκρός αποκλείεται.

Ο ίδιος περιεργάζεται ένα τοπίο, ακριβολογώντας ένα οστεο-τοπίο που ο ίδιος επινοεί και που εντός του καλείται να αναθεωρήσει την έννοια της ύλης. Υιοθετεί τη θέση του αγίου Γρηγορίου Νύσσης σύμφωνα με την οποία ύλη γεννιέται όταν συστατικά ως λόγοι και αφορμή συνάγονται σε ενότητα. Ή καλύτερα όπως θα έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης καλείται να περιέλθει «ένα τοπίο του κόσμου κατατρυχόμενος από την αίσθηση του θαύματος και ταυτόχρονα του τερατώδους».

Σε πρώιμο στάδιο απώλειας προσφιλούς προσώπου, μια επίσκεψη σε κοιμητήριο προδιαθέτει τον επισκέπτη σε στιχομυθίες μικρής ή μεγάλης διάρκειας με τον μεταστάντα. Όσο εντούτοις ο χρόνος παρέρχεται, οι ομολογητικές – απολογητικές συνομιλίες ανάμεσά τους λιγοστεύουν ή εξαντλούνται ολότελα. Ο επισκέπτης αναζητά διάλογο με ομοιοπαθείς του αφού πολύ νωρίς  αντιλαμβάνεται ότι ο νεκρός όντας κωφός και άφωνος δεν αποδέχεται ό,τι του απευθύνεται.

Ο Βουτυράς εντούτοις εμμένει στην καλλιέργεια μιας αυταπάτης που εγγυάται στον ίδιο τη δυνατότητα λεκτικής απεύθυνσης προς τις σωρούς των άταφων οστών. Παράλληλα στην ίδια αυταπάτη οφείλεται μια πιθανή προοπτική απόκρισής τους.

Κλείνοντας ο συγγραφέας απευθύνεται στους νεκρούς στους οποίους πιθανόν να ανήκουν τα εσκαμμένα οστά λέγοντας: «- Ε νεκροί! Ελάτε να τα πάρετε! Είναι οι αποσκευές σας! Να τι σας έμεινε ακόμα απ’ τα τόσα! … Προσέξτε μην πάρετε ξένα! …».

Ο Βουτυράς απευθύνεται στις ψυχές, σε μη όντα. Επιχειρεί μια ψυχολογικού τύπου εκτόνωση στη βάση συνειρμών.  Ομιλούσα περφόρμανς ή  θεατρικός μονόλογος, ό,τι και αν αυτό λογίζεται, αναμφίβολα κομίζει το στίγμα του φαντασιακού και παράλληλα έναν ποιητικό σαρκασμό.

Η προτροπή του Βουτυρά προς τους νεκρούς, αποδεσμεύει στο μυαλό κάτι επώδυνο και στη συνείδηση μια ευθύνη απέναντι σε όσους χάθηκαν το καλοκαίρι του ’74. Πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να αγνοούνται. Η ανάγκη εξεύρεσης και ταυτοποίησης λειψάνων των αγνοουμένων αποτελεί πρώτιστο χρέος τόσο της πολιτείας όσο και καθενός που αξιώνει δικαίωση της μνήμης των ηρώων.

Το 1997, σε μια ατμόσφαιρα πνιγηρή από κακοσμία, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς καθισμένη ανάμεσα σε συσσωρευμένα κόκαλα θρηνεί. Το περφόρμανς Balkan Baroque, έργο πανανθρώπινο και διαχρονικό, τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα στη Μπιενάλε Βενετίας την ίδια χρονιά.    

  • Δημοσθένης Βουτυράς, Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες, επιμ. Βάσια Τσοκόπουλος, Τόπος, Αθήνα, 2025.
  • Κωστής Παπαγιώργης, Ζώντες και τεθνεώτες, Καστανιώτης, Αθήνα, 1991.

Ελεύθερα, 22.03.2026

Exit mobile version