Τη δεύτερη απορριπτική απάντηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έλαβε ισοβίτης των Κεντρικών Φυλακών, ο οποίος επιχείρησε εκ νέου να εξασφαλίσει δικαστική εντολή εναντίον του Τμήματος Φυλακών για την προστασία της ασφάλειας, της υγείας και της αξιοπρέπειάς του, με το Δικαστήριο να κρίνει ότι το αίτημά του ήταν γενικό και καταχρηστικό.
Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση κατάδικου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης στις Κεντρικές Φυλακές, με την οποία ζητούσε άδεια για καταχώριση αίτησης έκδοσης προνομιακού εντάλματος mandamus εναντίον του Διευθυντή του Τμήματος Φυλακών και λειτουργών της υπηρεσίας.
Ο αιτητής είναι κατάδικος, κρατείται στην πτέρυγα 2Α των Κεντρικών Φυλακών και εκτίει ποινή διά βίου φυλάκισης για δύο φόνους εκ προμελέτης. Η καταδίκη του επιβλήθηκε στις 28 Αυγούστου 2025 από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, ύστερα από ακροαματική διαδικασία.
Με τη μονομερή αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στις 6 Μαρτίου 2026, ο κατάδικος ζητούσε άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο για να προχωρήσει σε διαδικασία έκδοσης προνομιακού εντάλματος mandamus. Μέσω του αιτήματος επιδίωκε να υποχρεωθεί ο Διευθυντής του Τμήματος Φυλακών, καθώς και οι λειτουργοί και δεσμοφύλακες της υπηρεσίας, να προστατεύουν τη σωματική του ακεραιότητα και την υγεία του, να διασφαλίζουν την ασφάλειά του, να προστατεύουν την προσωπική του περιουσία και να μην τον μεταχειρίζονται με εξευτελιστικό ή απάνθρωπο τρόπο.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι πρόκειται για τη δεύτερη αίτηση με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο. Είχε προηγηθεί παρόμοια αίτηση του ίδιου προσώπου, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 2026.
Στην απόφασή του, ο δικαστής τόνισε ότι το προνομιακό ένταλμα mandamus αποτελεί εξαιρετική και προνομιακή θεραπεία που εκδίδεται για να υποχρεώσει δημόσια αρχή να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη. Όπως ανέφερε, η θεραπεία που ζητείται στην παρούσα περίπτωση είναι γενική και αόριστη και δεν αφορά συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που θα μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο.
Ο δικαστής επεσήμανε επίσης ότι ο εγκλεισμός ενός ανθρώπου σε φυλακή δεν αναιρεί τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά του, πέραν του περιορισμού της προσωπικής του ελευθερίας. Οι αρμόδιες αρχές, σημείωσε, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την προστασία της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των κρατουμένων, δικαιώματα που προστατεύονται από το Σύνταγμα, τη νομοθεσία, τις διεθνείς συμβάσεις και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Υπενθύμισε μάλιστα ότι το Σύνταγμα απαγορεύει ρητά τα βασανιστήρια και κάθε μορφή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, τα αυτονόητα αυτά δικαιώματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο γενικής διαταγής μέσω προνομιακού εντάλματος mandamus, το οποίο πρέπει να αφορά σαφώς καθορισμένη ενέργεια. Το Δικαστήριο σημείωσε ακόμη ότι, σε περίπτωση που ο αιτητής θεωρεί ότι παραβιάστηκαν δικαιώματά του εντός των φυλακών, έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια και να διεκδικήσει θεραπείες, περιλαμβανομένων διαταγμάτων ή αποζημιώσεων.
Επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι η επανακαταχώριση της ίδιας αίτησης, με το ίδιο περιεχόμενο που είχε ήδη απορριφθεί, συνιστά καταχρηστική διαδικασία. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι η προηγούμενη απόφαση είχε ήδη επισημάνει τη γενικότητα του αιτήματος, στοιχείο που εξακολουθεί να υφίσταται και στη νέα αίτηση.
Υπό το φως των πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται η χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης έκδοσης προνομιακού εντάλματος mandamus. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίφθηκε.


