Παρότι ο Μιγιαζάκι είναι τεράστιο όνομα στην Ιαπωνία, έχει πάρει Όσκαρ και πολλές από τις ταινίες του είναι διαθέσιμες στο Netflix, έχω την εμπειρική αίσθηση ότι πολλά παιδιά στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν είναι εξοικειωμένα με το έργο του.
Με αφορμή την προβολή του Kiki’s Delivery Service στη Λευκωσία, που μπορεί να λειτουργήσει ως ιδανική εισαγωγή στη φιλμογραφία του, ας δούμε γιατί η ταινία μπορεί να δυσκολέψει έναν γονιό ή ένα παιδί, όπως επίσης και γιατί θα τους μαγέψει. Spoiler alert, οι λόγοι είναι ακριβώς οι ίδιοι.
Στον κόσμο του Μιγιαζάκι δεν υπάρχουν κακοί. Ακόμα και όσοι δημιουργούν προβλήματα στην ηρωίδα δεν είναι πιο αντιπαθητικοί από ανθρώπους που συναντούμε καθημερινά· δεν έχουν τίποτα δαιμονικό.
Οι θετικοί χαρακτήρες περιορίζονται στα στοιχειώδη: να ακούς, να βοηθάς, να γελάς όταν το νιώθεις. Η δραματική ένταση δεν προέρχεται από ένα εξωτερικό εμπόδιο ή από τη σύγκρουση με έναν εχθρό, αλλά από την εσωτερική περιπέτεια της ενηλικίωσης.
Η Κίκι φεύγει από το σπίτι της στα δεκατρία, έχοντας ζήσει μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία με γονείς που την υπεραγαπούν· δεν κουβαλά κανένα τραύμα ή θυμό.
Απλώς είναι μάγισσα και, όπως ορίζει η παράδοση, πρέπει να εγκατασταθεί σε μια ξένη πόλη — όπως είχε κάνει και η μητέρα της. Σημεία ζωής στο σπίτι της δίνει για πρώτη φορά στο τέλος της ταινίας με ένα γράμμα, πολλούς μήνες μετά το φευγιό της.
Ήθελε να τους έχει καλά νέα, ότι τα καταφέρνει σιγά σιγά στη νέα της ζωή.
Όλες οι εικόνες είναι σχεδιασμένες και χρωματισμένες στο χέρι. Δεν το γράφω για να τονίσω την αντίθεση με ταινίες κινουμένων σχεδίων που βασίζονται σε Computer‑Generated Imagery, αλλά την πνευματική ενέργεια που επενδύεται στην παρατήρηση και φανερώνεται στην αναπαράσταση λεπτομερειών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, της αρχιτεκτονικής και του φυσικού τοπίου.
Κάθε καρέ του Μιγιαζάκι είναι σαν να γεννιέται από στιγμές παιδικής ονειροπόλησης, στον χρόνο που ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα, ανάμεσα στον ξύπνιο και τον ύπνο, κοιτώντας τον ουρανό μια καλοκαιρινή ημέρα, όπως κάνει η Κίκι στην αρχή της ταινίας.
Ο μαγικός ρεαλισμός εδώ δεν είναι απόδραση σε φανταστικούς εναλλακτικούς κόσμους, αλλά δέσμευση στην ονειρική υφή της πραγματικότητας. Ιδωμένο από τόσο κοντά, με παιδική περιέργεια και καθαρό βλέμμα, το καθημερινό φαντάζει εξωπραγματικό, το οικείο αλλόκοτο, το πεζό μαγικό.
Η ικανότητα της Κίκι να πετά, αντί να παραπέμπει σε σκοτεινούς ευρωπαϊκούς μεσαιωνικούς θρύλους, σχετίζεται περισσότερο με τη δυνατότητά μας να είμαστε ένα με το σώμα μας και ταυτόχρονα με τον κοινωνικό μας εαυτό, στις προσωπικές σχέσεις μας και στη δουλειά μας, σε αυτή τη γη.
Όταν (όχι πολύ συχνά, αλήθεια) το καταφέρνουμε αυτό (στον έρωτα, τη φροντίδα, τη δημιουργία) είναι σαν να πετάμε.
Η παιδαγωγική φιλοσοφία του Μιγιαζάκι διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο από τη συντηρητική όσο και από την προοδευτική δυτική παιδαγωγική. Επίσης διαφέρει κι από τη «γιαπωνέζικη» — όχι μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και οι συνάδελφοί του σκηνοθέτες anime έχουν γίνει πολλές φορές στόχος της κριτικής του (ότι π.χ. υποτιμώντας τον ρεαλισμό, μένουν με μόνο υλικό τις φαντασιώσεις τους).
Η παιδαγωγική του ταυτίζεται με την αισθητική του. Απευθύνεται στον ενήλικα μέσα στο παιδί, και στο παιδί μέσα στον ενήλικα. Πιστεύει στη βαθύτερη ενότητα του προσώπου, μέσα από ένα ταξίδι προς την αυτοσυνείδηση.
Δεν αντιμετωπίζει την παιδική ηλικία ως ανωριμότητα, ούτε όμως και την ενηλικίωση ως Πτώση. Όλοι οι ενήλικες θετικοί χαρακτήρες της ταινίας έχουν, κατά κάποιο τρόπο, κρατήσει ζωντανό το παιδί μέσα τους.
Η ταινία είναι κατάλληλη για ηλικίες 7+, αλλά σε σημεία πέφτουν χιουμοριστικές ατάκες που φαίνονται από «άλλο κόμικ». Και όχι όπως σε ταινίες της Pixar που παρεμβάλλονται αστεία (συχνά με αναφορές σε στοιχεία δημοφιλούς κουλτούρας του πρόσφατου παρελθόντος) προς ψυχαγωγία αποκλειστικά των γονιών, καθώς είναι απίθανο να αποκωδικοποιηθούν από τους μικρούς θεατές.
Εδώ, ο Τζίτζι, ο ομιλών μαύρος γάτος-μεταβατικό αντικείμενο, όταν πληροφορείται πως η ζωγράφος ζήτησε από την Κίκι να γίνει το μοντέλο της, τη ρωτάει αν θα της ποζάρει γυμνή.
Και η ζωγράφος, όταν ο φορτηγατζής που παίρνει εκείνη και την Κίκι με οτοστόπ τής λέει ότι δίστασε να σταματήσει επειδή την πέρασε για αγόρι λόγω των ρούχων της, τον ρωτάει αν έχει ξαναδεί αγόρι με τόσο ωραία πόδια.
Τα σώματα και οι ανάγκες τους είναι πολύ περισσότερο παρόντα, με ρεαλιστικό τρόπο, από ό,τι συνηθίζεται σε παιδική ή εφηβική ταινία. Εδώ δεν έχουμε ούτε την ασεξουαλική θηλυκότητα των πριγκιπισσών του Ντίσνεϊ, ούτε όμως και την αντικειμενοποιημένη θηλυκότητα που συναντούμε συχνά στο anime.
Η Κίκι, σε μια κλασική σκηνή, μπαίνει στο «φοιτητικό» της δωμάτιο, απηυδησμένη με τον εαυτό της, τις επιθυμίες και τις ανασφάλειές της, και αφήνεται να πέσει στο κρεβάτι σαν να ζυγίζει χίλια κιλά. Καθόλου τυχαία, λίγο μετά η βαρύτητα μοιάζει ισχυρότερη από το συγχυσμένο πνεύμα.
Η ηρωίδα χάνει την ικανότητά της να πετά, νιώθοντας έτσι ότι δεν έχει πια κάτι δικό της και δεν αξίζει τίποτα.
Ο Μιγιαζάκι δεν είναι κρυπτικός στους συμβολισμούς και τις αναλογίες του. Συνηθίζει να δίνει στο φως τα ερμηνευτικά κλειδιά. Οι ταινίες του σίγουρα δεν είναι απόδραση τύπου δίωρου rollercoaster, ούτε όμως δοξαστικά αντικείμενα Τέχνης για την Τέχνη.
Συνδέονται με τη ζωή των δημιουργών και των θεατών, έχουν ένα βαθύ διδακτικό χαρακτήρα. Η νέα φίλη της Κίκι, η ανεξάρτητη καλλιτέχνις που λειτουργεί ως πρότυπο, της λέει ότι για εκείνη το πέταγμα είναι σαν τη ζωγραφική. Στο σπίτι στο δάσος συζητάνε την αίσθηση απώλειας της έμπνευσης και πρακτικές μεθόδους για να βρεθεί ξανά.
Πραγματεύονται την κατάβαση στην αίσθηση αποξένωσης ως ένα φυσιολογικό κομμάτι του βίου. Η ταινία δεν κατασκευάζει μια ηρωίδα που κάνει σημαία μια περιθωριακή ταυτότητα, ούτε εξιδανικεύει την απελπισία.
Αντίθετα, ο ηρωισμός της είναι ο εσωτερικός αγώνας της να πατήσει γερά στα πόδια της, να είναι αληθινή σε σχέση με τα χαρίσματα που κουβαλά, και να βρει, με προσωπικό τρόπο, τη θέση της στην κοινωνία της εποχής της.
- Η ταινία του Χαγιάο Μιγιαζάκι Kiki’s Delivery Service (1989) θα προβληθεί την Κυριακή 29 Μαρτίου, στις 5.30μ.μ., στον κινηματογράφο Πάνθεον. Η προβολή θα γίνει στα ιαπωνικά, με ελληνικούς και αγγλικούς υποτίτλους, και εντάσσεται στο πρόγραμμα Is it magic? της ομάδας Styx Film Encounters.
Ελεύθερα, 22.03.2026


