Ο διακεκριμένος Σαλονικιός πεζογράφος επισημαίνει ότι οι ιστορίες κυκλοφορούν πάντα μετέωρες και κάποιος πρέπει να τις δρέψει.
Συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους σύγχρονους διηγηματογράφους του ελληνικού χώρου με δώδεκα συλλογές διηγημάτων, αλλά κι επτά μυθιστορήματα, έχοντας μεταξύ άλλων τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1993. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης καταφθάνει στη Λεμεσό με αφορμή τη συζήτηση «Η γοητεία του διηγήματος: Τεχνικές και μυστικά», που διοργανώνει το Βιβλιοτρόπιο και σημειώνει ότι η -συγγενική με τη Θεσσαλονίκη- Κύπρος κατέχει ξεχωριστή θέση στις σκέψεις του κι είναι ένας τόπος που τον συγκινεί βαθιά. Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά επίσης για τη μικρή φόρμα ως πεδίο ακρίβειας και αυστηρής οικονομίας και αναφέρεται στη μαστορική και το ένστικτο της αφήγησης, στη σχέση της λογοτεχνίας με την τεχνολογία και στη διαρκή πρόκληση της ανανέωσης του ύφους.
–Το διήγημα είναι τεχνική ακρίβειας ή ένστικτο; Πόσο «μαστορική» και πόσο «άγρια» είναι η διαδικασία για εσάς; Είναι πολλά μαζί. Καταρχήν είναι έμπνευση, σύλληψη, λαμπρή ιδέα. Από εκεί και πέρα είναι και ένστικτο αφήγησης και μαστορική και πείρα και αγωνία ανανέωσης – δηλαδή να μην επιμένεις σε κατακτημένα εδάφη, στον φορμαλισμό.
–Ποια είναι η πιο δύσκολη πτυχή στη μικρή φόρμα; Το ξεκίνημα, η αφαίρεση ή το τέλος; Το κάθε τι, η κάθε λέξη. Γιατί το διήγημα δεν συγχωρεί κυτταρίτιδες, χαλαρότητα, φλυαρίες και μάταιες περιγραφές. Είναι και οφείλει να είναι ουσιώδες, πυρηνικό, πυκνό από την πρώτη στιγμή ως το τέλος.
–Στην εποχή της ταχύτητας και της διάσπασης προσοχής, το διήγημα μοιάζει θεωρητικά να έχει πλεονέκτημα. Στην πράξη, όμως, έχει; Εάν ένα έργο τέχνης είναι πολύ υψηλής απόδοσης, εάν είναι ισχυρό, δραστικό, όποια φόρμα και να έχει κερδίζει το πλεονέκτημα. Το διήγημα πιο πολύ γιατί αν είναι λαμπρό ή όχι, φαίνεται γρήγορα, σε λίγες σελίδες.
-Το διαδίκτυο βοηθά τη μικρή φόρμα ή τη μετατρέπει σε κάτι πιο πρόχειρο, πιο αναλώσιμο; Δεν υπάρχει διαδίκτυο, παρά μόνο εκείνοι που γράφουν στο διαδίκτυο. Και οι περισσότεροι δεν κάνουνε αφήγηση, αλλά σχόλιο που είναι εύκολο. Οι λίγες λέξεις δεν σημαίνουν πάντα διήγημα. Ο μύθος είναι άλλη ιστορία. Η σύλληψη, η επινόηση και η γραφή μιας ιστορίας, μιας αφήγησης είναι Τέχνη. Κατά συνέπεια δεν έχει σημασία πού δημοσιεύεται. Υπάρχει εν εαυτώ, διαλάμπει εν εαυτώ.
–Νιώθετε ότι η τεχνολογία αλλάζει και τον τρόπο που γράφουμε ή μόνο τον τρόπο που διαβάζουμε; Όλα τα αλλάζει η τεχνολογία– καταρχήν διότι μεταβάλλει τη νοοτροπία, τον τρόπο πρόσληψης κι επικοινωνίας. Από εκεί και πέρα με κάποιον εσωτερικό μυστηριώδη τρόπο γίνονται οι προσαρμογές, αλλάζουν οι κώδικες. Αλλά πάντα υπάρχει το υψηλό και το όχι υψηλό στην Τέχνη, ό,τι και να συμβεί. Ίσως αλλάζουν κάπως οι τρόποι.
–Η Θεσσαλονίκη είναι παρούσα στα κείμενά σας. Σήμερα, αυτή η πόλη σάς «δίνει» ακόμη ιστορίες ή έχει αρχίσει να ανακυκλώνει τον εαυτό της; Το πρόβλημα πάντα βρίσκεται εντός μας. Η πόλη υπάρχει αλλάζοντας έτσι κι αλλιώς. Όμως, είναι αιώνια. Εμείς είμαστε οι θνητοί με τις πεπερασμένες αντοχές. Επομένως οι ιστορίες πάντα θα υπάρχουν και θα κυκλοφορούν μετέωρες, αλλά το θέμα είναι ποιος θα μπορέσει να τις δρέψει, να τις ράψει. Τώρα εμείς, αύριο κάποιος επόμενος.
-Σε ποιο βαθμό νιώθετε ότι η Κύπρος και η Θεσσαλονίκη συγγενεύουν ως τόποι μνήμης και απώλειας; Η Κύπρος με συγκινεί πολύ, θα έλεγα πως με συγκλονίζει. Η ομορφιά, το ειδικό φως της, η ιστορία, η φύση της, η οδύνη της. Είναι τυραννισμένος και μεγαλειώδης τόπος όπως και η Θεσσαλονίκη. Επιπλέον, η Κύπρος είναι νησί, έχει κάτι το αέρινο, το θεϊκό. Συχνά νιώθω πως υπάρχουν κοινοί τόποι και θα ήθελα να μπορούσα να ζήσω μερικά χρόνια στην Κύπρο για να τη νιώσω βαθύτερα, τραγικότερα, ουσιαστικότερα.
–Αν γράφατε ένα διήγημα που εκτυλίσσεται στην Κύπρο, τι θα σας ενδιέφερε περισσότερο να αγγίξετε; Την οδύνη της απώλειας. Την αποκοπή, τον ακρωτηριασμό. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το αποδεχτώ, ούτε πνευματικά, ούτε ηθικά, ούτε ψυχικά. Είναι Ύβρις. Είναι άγρια βαρβαρότητα. Και κάποτε -ελπίζω- να επέλθει η δικαιοσύνη με κάποιον τρόπο.
–Αν γράφατε σήμερα τα πρώτα σας βιβλία, θα τα γράφατε διαφορετικά; Θα ήσασταν πιο «κοφτός», πιο ωμός, πιο εξομολογητικός; Πιθανότατα. Πάντως, θα ήμουν κάπως διαφορετικός. Κάθε μέρα γινόμαστε διαφορετικοί και κάθε τι γράφεται στον καιρό του με τους δικούς του όρους, της εποχής. Μετά γράφεται κάτι άλλο. Το κάθε τι γεννιέται μέσα στον χρόνο και στη συγκυρία, οπότε και με την αισθητική εκφορά της συγκυρίας. Είναι κάτι ασύλληπτο, ροϊκό, ουδείς μπορεί να το προβλέψει ή να το καθορίσει. Συμβαίνει μόνο του, από συνδυασμό επικαιρικών παραγόντων.
-Το χιούμορ στα κείμενά σας λειτουργεί ως άμυνα, ως κριτική ή ως μέσο για να μοιραστείτε πιο σκληρές αλήθειες; Καταρχήν είναι ένας –απομυθοποιητικός- τρόπος να βλέπω γενικά τον κόσμο. Αυτό μεταφέρεται και στο γράψιμο, δηλαδή ο τρόπος θέασης της κοινωνίας. Κοιτάς κι από ένα διαφορετικό σημείο οράσεως ταυτόχρονα, που σου δίνει άλλες, πολλαπλές προοπτικές αντίληψης, πέρα από την κοινή, τη συνηθισμένη. Απογυμνώνει, ενώ το άλλο μάτι μου μυθοποιεί.
–Έχετε ζήσει τη δημοσιογραφία, τη λογοτεχνία, το σενάριο. Ποιο απ’ αυτά σας δίδαξε περισσότερο την οικονομία του λόγου; Όλα και το καθένα με διαφορετικό τρόπο. Πάντως αληθεύει πως η βραχυλογία είναι κάτι δύσκολο και συχνά συνδυάζεται με την ευθυβολία. Αλλά, διδάσκεται, αν θες να διδαχτείς.
–Υπάρχει σήμερα στον ελληνικό χώρο μια νέα γενιά διηγηματογράφων που σας ενδιαφέρει; Ποιες οι ιδιαιτερότητές της; Πάντα θα έρχονται οι νέοι. Ιδιαιτερότητες; Καταρχήν όχι τόσο η θεματογραφία και οι παραλλαγές της που είναι λίγο πολύ πάντα ίδιες ή παράπλευρες, όσο το ύφος. Το ύφος είναι που μετράει. Η μοναδικότητα, η ιδιοπροσωπία. Αυτή είναι πάντα η απαίτηση.
–Τι μπορεί ακόμη να κάνει η λογοτεχνία που δεν μπορεί καμία άλλη μορφή αφήγησης; Με το τίποτε, δηλαδή με απλές λέξεις, ένα μολύβι κι ένα χαρτί (ή ένα λάπτοπ, πιά) να ιδρύσει Παραδείσους μιας άλλης, νοητής πολιτείας.
Ελεύθερα, 8.3.2026









