Ο σημαντικότερος performer-showman της Ελλάδας είχε τολμήσει να μιλήσει στο κοινό με μια σπαρακτική γλώσσα αλήθειας και ευγενούς θάρρους.
1955. Απόγευμα στον Βοτανικό. Ο Γιώργος Μαρίνος, όπως μου αφηγείται η φίλη μου, Αλεξάνδρα Τσόλκα -επιστήθια φίλη κι εκείνου- εξομολογείται στη μάνα του, τη Βασιλική, την πάστα του, το DNA του, το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένος από γεννησιμιού του, αμφιταλαντευόμενο για λίγα χρόνια αφού, λόγω της αδιαπέραστής του ομορφιάς, που έκανε θηλυκά κι αρσενικά να λυγίζουν στο πέρασμά του- για κάποια χρόνια δεν είχε καταλήξει προς τα πού έκλινε η φύση του και πού κυμαίνονταν οι συμπάθειες-έρωτές του, μα, κυρίως, οι κατά μέτωπο αλήθειες του. Χωρίς να ‘χει τύψεις ή να υποκρίνεται. Πρόσωπο με πρόσωπο.
Η μάνα του, τότε, σ’ εκείνο το μικρό φτωχικό δωμάτιο που τον άκουγε σιωπηλή, ούτε χάρηκε μα ούτε και πειράχτηκε. Αγκαλιάστηκαν – σε μια στιγμή απελευθέρωσης του ίδιου κι ένα ελαφρύ πέταγμά του προς την ελευθερία που θα τον ανακούφιζε στα χρόνια που ακολούθησαν, που θα τον έκανε τολμηρό μα και σκληρό ταυτόχρονα, κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό· σε μια Ελλάδα άτεγκτη, που οι σημερινοί «όροι» περί αποδοχής και «ορθολογισμού» ήταν πεδίο άγνωστο για όλους όσοι διαχώριζαν τη σεξουαλικότητα σε δύο και μόνο ξέχωρα κομμάτια.
Ο Γιώργος ήταν «αυτός» -όπως, άλλωστε ήταν και ο τίτλος ενός δίσκου του, που είχε κυκλοφορήσει με τον Κραουνάκη- σε μια εποχή που οι ντουλάπες των σωσμάτων ήταν ακόμη σφαλισμένες και κρυφές, σπάζοντας κάθε κλειδαριά, και δηλώνοντας μια πραγματικότητα ήδη γνωστή, μα κατά πρόσωπο ειπωμένη: «Εγώ, κύριε, είμαι ομοφυλόφιλος!».
«Έπρεπε να πω ποιος είμαι», θα έλεγε πολλά χρόνια μετά στην Αλεξάνδρα (μου), σε μία από τις σπάνιές του συνεντεύξεις, στις αρχές των 00s’, στη «Γυναίκα». «Είναι άγριοι οι άνθρωποι, όταν πίνουν και είναι νύχτα. Θα φώναζαν αργά ή γρήγορα για να κάνουν φιγούρα, ή να αισθανθούν ανώτεροι, επειδή θα πλήρωναν 2.000 δραχμές. “Ρε ντιντί”, “μωρή συκιά”… Κράξιμο! Καταλαβαίνεις… Αποφάσισα, λοιπόν, ειλικρινής να σταθώ απέναντι τους κι εκείνοι -το κοινό- στάθηκαν εξίσου λεβέντικα απέναντι μου.
Αγάπη μου, όταν δεν έχεις ενοχές και τύψεις, δεν έχουν πού να σε χτυπήσουν. Η ντροπή είναι μονίμως πίσω απ’ τη δική τους πόρτα, όχι τη δική σου!». Ο Δημήτρης Σουλελές, που υπήρξε persona-σύμβολο του styling και γκουρού της εμφάνισης των υπέροχων ανθρώπων εκείνης της εποχής, που λάτρευε τον Μαρίνο, πριν χαθεί, της είχε πει:
«Ο Γιώργος είναι στην “Μέδουσα”, όπου για 18 χρόνια θα γράψει ιστορία. Θα ζήσει θριάμβους και λατρεία, όσο ελάχιστοι στον κόσμο. Κι όμως, ένα βράδυ, ένας θαμώνας, πήγε να τον ξεφωνίσει άτολμα.
Ο Γιώργος σταμάτησε το τραγούδι. Έπεσε μια σιωπή, ανατριχιαστική. Πολύ ευγενικά του ζήτησε να αποχωρήσει από το μαγαζί, να μην πληρώσει τίποτα, απλά να πάρει, εκείνη τη στιγμή, την παρέα του και φύγει. Μέσα στην σιωπή και με δεκάδες βλέμματα πάνω του, ο άνθρωπος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ένα χειροκρότημα, άνευ προηγούμενου, λες και γκρέμισε την αίθουσα. Σηκώθηκαν όρθιοι προς την μεριά του Γιώργου. Εκείνος συνέχισε το τραγούδι του…».
Είναι η εποχή που ο Μαρίνος γεννά τον εαυτό του, φτιάχνει τη δική του Τέχνη, δημιουργεί το δικό του είδος θεάματος, που βασιλεύει και δεν ξεπερνιέται ποτέ. Τραγούδι και υποκριτική, showman, σάτιρα και μιμήσεις και υγρά από συγκίνηση τραγούδια και καινοτομίες, καυστικότητα, σαρκαστικότητα, κρίση και επίκριση, για έναν άνθρωπο ηφαιστειώδη στη σκηνή, σπλαχνικού ταλέντου, καταιγιστικής, πυρωμένης παρουσίας.
Θαμπώνεται, θαυμάζει, σέβεται, αλλά ούτε μια στιγμή δεν αλλάζει ο ίδιος, δεν χάνεται, δεν θυσιάζει τον δικό του αυτοσεβασμό. Κάπου εκεί μπαίνει εμβληματική στη ζωή του, και η Κατιάνα Μπαλανίκα. Τη θαύμαζε, την πρόσεχε, τη λάτρευε – «αυτός, ο Γιώργος», ο αταξινόμητος. «Στην κρεβατοκάμαρα του, μια μεγάλη φωτογραφία της είναι η πρώτη εικόνα που αντικρίζει όποτε ξυπνά και η τελευταία κάθε βράδυ», μου εκμυστηρεύεται προχθές η Αλεξάνδρα.
«Κι όταν η πολύτιμη μητέρα του φεύγει απ’ τη ζωή, η οδύνη του είναι σπαρακτική – σε έναν μη συνειδητοποιημένο συμβολισμό, ας τον πούμε έτσι, θα κάνει το δωμάτιο της μάνας του, χώρο της Κατιάνας, όποτε πηγαίνει να τον επισκεφθεί, να μένει και να νιώθει σπίτι της· κι είναι αυτή τους η σχέση πάνω από ορισμούς και ταμπέλες, πέρα απ’ τον χρόνο και με ένα αόρατο σχοινί να τους συνδέει καρμικά, όπως θα έλεγε και ο ίδιος ο Μαρίνος». «Και εν πάση περίπτωση, πάντα μ άρεσαν οι μελαχρινές…», θα έλεγε εκείνος γελώντας ένα βράδυ, χαλαρώνοντας σε ένα απ’ τα τελευταία show του, στον «Μικρό Βοτανικό».
«Έχεις εξήγηση γι’ αυτό;», θα ρωτήσω -άκομψα- την Αλεξάνδρα. «Γιατί πας να εξηγήσεις ένα τέτοιο θείο πλάσμα με κανόνες λογικής και μαθηματικής αλφαβήτας; Ο Γιώργος ήταν εκείνο το πολύπλοκο, πολυεπίπεδο πλάσμα, που έλαμπε!
Όπως στη σκηνή, έτσι και στη ζωή του: Ένα ηλεκτροφόρο σώμα που έσκιζε τους κανόνες κομματάκια!».
Σε μια Ελλάδα, που προσπαθούσε να γίνει «προοδευτική» με τον δικό της μπερδεμένο τρόπο, η ατάκα «Λυσσάξτε τσαούσες!» θα γινόταν, αργότερα, στα 90s’, κάθε εβδομάδα, κάτι σαν κωδικός queer πρόσβασης, όπως έγραψε ο Πάνος Μιχαήλ.
Ένα καλιαρντό σύνθημα που απευθυνόταν σε ένα live κοινό, σε ένα «Ciao ANT1» γεμάτο θεατές που ίσως δεν ήξεραν ακριβώς τι βλέπουν, αλλά γελούσαν, συμμετείχαν, παραδίνονταν – ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αστείο. Ήταν ένα είδος πρόωρης περηφάνιας – πριν μάθουμε τη λέξη «περηφάνια» στις μετέπειτα «υπερήφανες παρελάσεις».
Αυτές τις μέρες, διαβάζοντας, ακούγοντας και κοιτώντας τον Γιώργο Μαρίνο σε απανωτά flashbacks, κατέληξα -αν μου επιτρέπεται- πως ο Μαρίνος, σ’ αυτή την τελευταία απολύτως μοναχική δεκαετία της ζωής του πριν από το θάνατό του, ήταν ένας άνθρωπος που άντεξε να έχει αιώνιό του (και μόνο) εραστή του το κοινό -το άφυλο κοινό- που, βουτηγμένος μέσα σ’ αυτή τη σπάνιά του ευαισθησία η οποία ενίοτε γινόταν και σκληρότητα σε οικείους του, ξεμπέρδευε μέσα του αυτό το πανέμορφο αγόρι που υπήρξε, στον μεγάλο σταρ που κατάπιε όλους τους προβολείς για να ‘ναι πάντα βουτηγμένος σ’ ένα φλογοβόλο, σαρξ εκ της σαρκός του, φτιαγμένο από γκλίτερ και παγιέτες, καταπίνοντας ολάκερα σκοτάδια, δυνατό φως.
- Πηγές: Lifo, Klik, Athens Voice.
Ελεύθερα, 15.03.2026


