Της Ξανθής Γούναρη
Πώς διαμορφώνονται οι τιμές του ελαιόλαδου από τον παραγωγό μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ; Ποιος ελέγχει πραγματικά την αγορά στη Μεσόγειο; Και γιατί οι καταναλωτές στην Ελλάδα – με την υψηλότερη κατά κεφαλήν κατανάλωση παγκοσμίως – το πληρώνουν ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο την ώρα που η χώρα μας είναι τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός;
Δύο νέες ερευνητικές μελέτες της Επιτροπής Ανταγωνισμού απαντούν σε αυτά τα ερωτήματα για πρώτη φορά με εμπειρικά τεκμηριωμένα δεδομένα.
Το χρονικό μιας ανατίμησης που “έκαψε” τα νοικοκυριά
Οι διεθνείς τιμές ελαιόλαδου κατέγραψαν μια εκρηκτική πορεία. Από τα 1.313 δολάρια ανά μετρικό τόνο τον Ιανουάριο 2021, εκτοξεύθηκαν στα 10.281 δολάρια τον Ιανουάριο 2024 – το υψηλότερο σημείο που έχει καταγραφεί ποτέ. Από εκεί, ακολούθησε πτώση, με την τιμή να υποχωρεί στα 5.075 δολάρια τον Ιούνιο 2025.
Στην Ελλάδα, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες και βαρύτατες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που παραθέτει η μελέτη, οι τιμές καταναλωτή για το ελαιόλαδο αυξήθηκαν πάνω από 60% μεταξύ Οκτωβρίου 2023 και Ιανουαρίου 2024.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού συγκέντρωσε καθημερινά δεδομένα από τέσσερις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ για την περίοδο 20 Μαρτίου 2023 έως 4 Νοεμβρίου 2025. Οι τιμές που καταγράφηκαν (συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και του ΦΠΑ) δείχνουν σημαντικές διαφορές:
– Πρώτη αλυσίδα: Μέσος όρος 12,11 ευρώ/λίτρο, με τιμές από 8,92 έως 14,82 ευρώ
– Δεύτερη αλυσίδα: Μέσος όρος 12,03 ευρώ/λίτρο, από 8,57 έως 14,94 ευρώ
– Τρίτη αλυσίδα: Μέσος όρος 11,11 ευρώ/λίτρο, από 8,10 έως 13,76 ευρώ
– Τέταρτη αλυσίδα: Μέσος όρος 11,18 ευρώ/λίτρο, από 8,13 έως 14,06 ευρώ
Η διαφορά μεταξύ της πιο ακριβής και της φθηνότερης αλυσίδας έφτανε κατά μέσο όρο περίπου 1 ευρώ το λίτρο.
64 ευρώ επιπλέον το χρόνο και η στροφή στο σπορέλαιο
Οι Έλληνες είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές ελαιόλαδου παγκοσμίως, με 9,3 λίτρα κατά κεφαλήν ετησίως – έναντι 7,5 λίτρων στην Ισπανία και 7,4 λίτρων στην Ιταλία, όπως αναφέρουν οι ερευνητές παραθέτοντας στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιόλαδου.
Για ένα μέσο ελληνικό νοικοκυριό δύο – τριών ατόμων, αυτό σημαίνει ετήσια κατανάλωση περίπου 21,4 λίτρων. Με μέση τιμή 9 ευρώ το λίτρο (Μάρτιος 2023), το ετήσιο κόστος ήταν 192,60 ευρώ. Με μέση τιμή 12 ευρώ (2024), εκτινάχθηκε στα 256,80 ευρώ. Δηλαδή επιπλέον επιβάρυνση 64 ευρώ το χρόνο.
Η πίεση στα νοικοκυριά αποτυπώνεται στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2023 της ΕΛΣΤΑΤ. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι αγορές ελαιόλαδου μειώθηκαν κατά 6,8% σε ποσότητα, όταν την ίδια ώρα οι αγορές βουτύρου αυξήθηκαν κατά 15,4% και οι αγορές άλλων βρώσιμων ελαίων (κυρίως σπορέλαιου) εκτοξεύθηκαν κατά 13,8%.
Ας σημειωθεί πως το 2023 η μηνιαία κατανάλωση ελαιολάδου κατά κεφαλήν μειώθηκε κατά 59 χιλιοστόλιτρα, από τα οποία 42 χιλιοστόλιτρα αντικαταστάθηκαν από σπορέλαιο.
Φαίνεται λοιπόν πως η ανατίμηση δεν έπληξε μόνο το πορτοφόλι, έπληξε και τις διατροφικές συνήθειες, καθώς οι Έλληνες καταναλωτές, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις τιμές, υποχρεώθηκαν να υποκαταστήσουν το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο – πλούσιο σε υγιεινά λιπαρά και αντιοξειδωτικά με τεκμηριωμένα οφέλη για την καρδιά – με σπορέλαια χαμηλότερης διατροφικής αξίας.
Παρά την πτώση των διεθνών τιμών από τον Ιανουάριο 2024, τον Ιούνιο 2025 οι τιμές στην Ελλάδα παρέμεναν υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπως καταγράφει η μελέτη.
Ηγέτης τιμών η Ισπανία, η Ελλάδα προσαρμόζεται
Η πρώτη μελέτη ανέλυσε εβδομαδιαία δεδομένα τιμών παραγωγού από Ιανουάριο 2020 έως Αύγουστο 2025 για τις τρεις χώρες που συγκεντρώνουν το 88% της ευρωπαϊκής παραγωγής, ήτοι της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας.
Η κατανομή της παραγωγής το 2024/25 ήταν:
Ισπανία: 56% (800-1.350 χιλιάδες τόνοι ετησίως)
Ιταλία: 21% (250-350 χιλιάδες τόνοι)
Ελλάδα: 11% (200-300 χιλιάδες τόνοι)
Το 2023/24, η ελληνική παραγωγή συρρικνώθηκε στις 175 χιλιάδες τόνους – σχεδόν στο μισό σε σχέση με τις 345 χιλιάδες τόνους του προηγούμενου έτους, όπως σημειώνει η μελέτη.
Χρησιμοποιώντας προηγμένα στατιστικά μοντέλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μακροπρόθεσμα, μόνο οι τιμές Ελλάδας-Ισπανίας κινούνται μαζί, ενώ Ιταλία ακολουθεί δική της πορεία.
Όταν οι τιμές Ελλάδας-Ισπανίας αποκλίνουν, η Ελλάδα είναι αυτή που προσαρμόζεται για να επαναφέρει την ισορροπία. Η Ισπανία όχι.
Με απλά λόγια η Ισπανία λειτουργεί ως ηγέτης τιμών (price leader), ενώ η Ελλάδα ακολουθεί. Όπως λένε οι ερευνητές: “Συνολικά, η Ισπανία αναδεικνύεται ως η κορυφαία αγορά, οδηγώντας τις προσαρμογές σε ολόκληρη τη μεσογειακή περιοχή”.
Η εξήγηση βρίσκεται στη δομή της παραγωγής. Η Ισπανία διαθέτει τεράστιες βιομηχανοποιημένες καλλιέργειες που επιτρέπουν αποδοτική μηχανική συγκομιδή – κυρίως στην Ανδαλουσία, που παράγει το 80% του ισπανικού ελαιόλαδου. Αντίθετα, η ελληνική παραγωγή χαρακτηρίζεται από εκατοντάδες χιλιάδες μικρούς παραγωγούς που κατέχουν από λίγα δέντρα έκαστος.
Πώς η Ιταλία μετατρέπει το χύμα ελαιόλαδο σε premium brand
Η Ιταλία παίζει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο. Ως δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός στην ΕΕ με 250-350 χιλιάδες τόνους ετησίως – έναντι 200-300 χιλιάδων της Ελλάδας – η μελέτη καταγράφει ότι είναι “ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς εμφιαλωμένου ελαιόλαδου παγκοσμίως, με μερίδιο περίπου 30%”.
Πώς το καταφέρνει; Είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ελαιόλαδου στην ΕΕ.
Τα εμπορικά δεδομένα για το 2023/24 που παραθέτει η μελέτη είναι εντυπωσιακά:
– 60% των ελληνικών εξαγωγών καταλήγει στην Ιταλία
– 28% των ισπανικών εξαγωγών πηγαίνει στην Ιταλία
– 73% των ιταλικών εισαγωγών προέρχεται από Ισπανία και Ελλάδα
“Η Ιταλία εισάγει χύμα ελαιόλαδο κυρίως από Ισπανία, Ελλάδα και Τυνησία για ανάμειξη και εμφιάλωση”, εξηγούν οι ερευνητές. “Οι χύμα εισαγωγές από Ισπανία και Ελλάδα εμφιαλώνονται ή/και αναμειγνύονται από μικρό αριθμό μεγάλων ιταλικών εταιρειών και διανέμονται παγκοσμίως”.
Η ποιότητα της ελληνικής παραγωγής είναι ανώτερη: “Πάνω από 80% της ελληνικής παραγωγής είναι εξαιρετικά παρθένο”, έναντι 60% της Ιταλίας και μόλις 34% της Ισπανίας. Όμως η Ελλάδα εξάγει πάνω από το μισό της παραγωγής της, με το 60% των εξαγωγών να καταλήγει χύμα στην Ιταλία, χάνοντας την προστιθέμενη αξία της εμφιάλωσης, του brand και της διανομής.
Η μελέτη διαπιστώνει επίσης ότι η Ιταλία ανταποκρίνεται πιο γρήγορα σε ξαφνικές αλλαγές τιμών από τις άλλες δύο χώρες. “Ο ρόλος της Ιταλίας ως αγωγού βραχυχρόνιας αλλαγής την καθιστά κρίσιμο κανάλι για τη μετάδοση ξαφνικών κινήσεων σε ολόκληρη τη Μεσόγειο”, καταλήγουν οι ερευνητές.
Το ράφι δεν κινείται ενιαία
Η δεύτερη μελέτη εστιάζει στη λιανική αγορά. Οι ερευνητές εξέτασαν πώς οι τιμές των τεσσάρων αλυσίδων επηρεάζουν η μία την άλλη – και αν αυτή η επιρροή αλλάζει όταν οι τιμές είναι χαμηλές, μέτριες ή υψηλές.
Η ανάλυση επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν μακροπρόθεσμες σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων αλυσίδων. Όμως οι βραχυπρόθεσμες κινήσεις είναι πολύπλοκες και ασύμμετρες.
“Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν σημαντική ετερογένεια στην ανταγωνιστική ένταση τόσο εντός όσο και μεταξύ των λιανοπωλητών”, σημειώνει η μελέτη.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Όταν εξετάζεται η πρώτη αλυσίδα:
– Η δεύτερη αλυσίδα την επηρεάζει σταθερά: όταν αυξάνει κατά 1 ευρώ, η πρώτη ακολουθεί με αύξηση 65 λεπτών
– Η τέταρτη αλυσίδα έχει μεγάλη επιρροή όταν οι τιμές είναι χαμηλές (αύξηση 78 λεπτών για κάθε ευρώ), αλλά όχι στις υψηλές τιμές (μόλις 21 λεπτά)
Όταν εξετάζεται η δεύτερη αλυσίδα:
– Η τέταρτη αλυσίδα έχει την ισχυρότερη και σταθερότερη επιρροή σε όλα τα επίπεδα τιμών (από 54 έως 65 λεπτά για κάθε ευρώ)
– Η πρώτη αλυσίδα έχει πολύ μεγάλη επίδραση όταν οι τιμές είναι χαμηλές, αλλά μειώνεται στις μέτριες τιμές
Για την τρίτη αλυσίδα:
– Η πρώτη αλυσίδα ασκεί ισχυρή και σταθερή επίδραση σε όλα τα επίπεδα τιμών
– Η τέταρτη έχει αρνητική σχέση στις χαμηλές τιμές – όταν η μία ανεβαίνει, η άλλη κατεβαίνει
Στο συμπέρασμά τους, οι ερευνητές είναι σαφείς: “Δεν υπάρχουν ενδείξεις συντονισμένης συμπεριφοράς”. Αντίθετα, κάθε αλυσίδα παρακολουθεί διαφορετικούς ανταγωνιστές σε διαφορετικά επίπεδα τιμών.
Όταν τα γνωστά brands αλλάζουν το παιχνίδι
Οι ερευνητές εντόπισαν δύο γνωστά brands που πωλούνται και στις τέσσερις αλυσίδες για ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο.
Όταν ανέλυσαν τις τιμές των συγκεκριμένων αυτών προϊόντων, τα ευρήματα ήταν εντυπωσιακά:
Για το πρώτο brand:
– Η πρώτη αλυσίδα εμφανίζει τη μεγαλύτερη επιρροή. Όταν αυξάνει κατά 1 ευρώ, η τέταρτη αλυσίδα την ακολουθεί με 89 λεπτά – σχεδόν ίδια τιμή
– Στην τρίτη αλυσίδα, η αύξηση φτάνει τα 74 λεπτά
Για το δεύτερο brand:
– Η τέταρτη αλυσίδα κυριαρχεί. Όταν αυξάνει κατά 1 ευρώ στις μέτριες τιμές, η τρίτη την ακολουθεί με 89 λεπτά
– Στις χαμηλές τιμές, η σύνδεση είναι ακόμα πιο ισχυρή: σχεδόν 1 προς 1
“Η ανάλυση σε επίπεδο γνωστού προϊόντος αποκαλύπτει ότι η εστίαση σε συγκεκριμένα brands μπορεί να αποκαλύψει ισχυρότερες σχέσεις από αναλύσεις βασισμένες σε πολλά προϊόντα μαζί”, καταλήγουν οι ερευνητές.
Η διαφάνεια και η ευκολία σύγκρισης στα γνωστά brands εντείνει τον ανταγωνισμό – κανείς δεν θέλει να φαίνεται ακριβότερος στο ίδιο προϊόν.
Τι προτείνουν οι ερευνητές
Οι μελέτες δεν περιορίζονται στη διάγνωση – διατυπώνουν και συγκεκριμένα συμπεράσματα.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση:
“Οι υπεύθυνοι της ΕΕ θα πρέπει να αναγνωρίσουν τον ρόλο της Ισπανίας ως κύριου παίκτη που ορίζει τις τιμές και της Ιταλίας ως παγκόσμιου κόμβου που εισάγει χύμα ελαιόλαδο για ανάμειξη και επανεξαγωγή”, αναφέρουν οι ερευνητές.
“Η ανάλυση έδειξε ότι τα προβλήματα παραγωγής στην Ισπανία (όπως η σοβαρή ξηρασία του 2023) θα επηρεάσουν αναπόφευκτα τις άλλες χώρες, ιδίως την Ελλάδα. Οι πολιτικές σε επίπεδο ΕΕ που στοχεύουν στη σταθεροποίηση της αγοράς πρέπει να λάβουν υπόψη τη συστημική σημασία της Ισπανίας”.
“Η κατανόηση της δυναμικής αυτής είναι ζωτικής σημασίας για τη διαμόρφωση πολιτικών που θα μετριάσουν τις ακραίες τιμές και θα βελτιώσουν την επισιτιστική ασφάλεια στην ΕΕ”, καταλήγουν.
Για τη λιανική αγορά:
Η δεύτερη μελέτη δεν διατυπώνει ρητές προτάσεις, αλλά τα ευρήματά της υποδηλώνουν ότι η διαφάνεια των τιμών και η ενεργός σύγκριση από τους καταναλωτές – ειδικά για γνωστά brands – μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό.
Τα ερωτήματα που μένουν ανοιχτά
Οι μελέτες εντοπίζουν περιοχές για μελλοντική έρευνα:
– Να συμπεριληφθούν και άλλες χώρες (Πορτογαλία, Τυνησία, Τουρκία)
– Να ληφθούν υπόψη κλιματικά δεδομένα και προβλέψεις συγκομιδής
– Να εξεταστούν διαφορετικές ποιότητες ελαιόλαδου
– Να αναλυθούν οι προσφορές και άλλες μη-τιμολογιακές πτυχές του ανταγωνισμού
Παραμένουν όμως και ευρύτερα ερωτήματα: Γιατί η Ελλάδα, που παράγει το καλύτερο ελαιόλαδο (>80% εξαιρετικά παρθένο), συνεχίζει να εξάγει το 60% της παραγωγής της χύμα; Ποιοι εμποδίζουν την ανάπτυξη ισχυρών ελληνικών brands; Πώς μπορεί η χώρα να μετατραπεί από αυτή που ακολουθεί τις τιμές σε αυτή που τις ορίζει, τουλάχιστον στα premium προϊόντα όπου υπερέχει;
Η σημασία της έρευνας
Οι δύο μελέτες – που εκπονήθηκαν από την Ιωάννα Χριστοδουλάκη και τον Αθανάσιο Δήμα του τμήματος Χαρτογράφησης Αγορών και Έρευνας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σε συνεργασία με τους καθηγητές Δημήτριο Παναγιώτου και Αθανάσιο Σταυρακούδη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων – αποτελούν τη σημαντικότερη χαρτογράφηση της αγοράς ελαιόλαδου που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα.
Χρησιμοποιώντας προηγμένα στατιστικά μοντέλα, παρέχουν για πρώτη φορά αποδεδειγμένα στοιχεία για τη δομή και τη λειτουργία της αγοράς ενός από τα πιο βασικά προϊόντα της ελληνικής διατροφής και οικονομίας.
Είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Ανταγωνισμού και αποτελούν συνέχεια του HCC Datathon που διοργανώθηκε τον Ιούνιο του 2025.
Forbes/Capital.gr










