Η Κύπρος βρίσκεται σε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές της σύγχρονης οικονομικής της πορείας. Καθώς η ΕΕ επενδύει συστηματικά σε πολιτικές που ενισχύουν την ψηφιακή μετάβαση, την πράσινη ανάπτυξη και την τεχνολογική καινοτομία, οι μικρότερες χώρες καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο και τις δυνατότητές τους. Η Κύπρος έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο στους τομείς της έρευνας και της τεχνολογίας. Ωστόσο, ένα κρίσιμο κομμάτι του παζλ εξακολουθεί να λείπει: η ουσιαστική και ορατή συμμετοχή των γυναικών στην επιχειρηματικότητα που βασίζεται στην καινοτομία.
Παρότι οι γυναίκες στην Κύπρο υπερέχουν ή τουλάχιστον ισοδυναμούν με τους άνδρες στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στις θετικές επιστήμες, η μετάβασή τους προς την υψηλή τεχνολογική επιχειρηματικότητα δεν είναι εξίσου ομαλή. Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία. Αντανακλά βαθιά ριζωμένα δομικά εμπόδια που συνεχίζουν να διαμορφώνουν το επιχειρηματικό τοπίο: περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ανεπαρκή δίκτυα υποστήριξης, απουσία καθοδήγησης, περιορισμένη εκπροσώπηση σε επενδυτικούς θεσμούς, έλλειψη ορατών προτύπων και έλλειψη ορατών γυναικείων προτύπων που να ανοίγουν τον δρόμο.
Στην πράξη, όλα αυτά σημαίνουν ότι παρότι διαθέτουμε ένα ισχυρό γυναικείο επιστημονικό δυναμικό, η Κύπρος δεν καταφέρνει να το μετατρέψει επαρκώς σε επιχειρηματική καινοτομία. Οι συνέπειες αυτής της υστέρησης δεν περιορίζονται στο κοινωνικό επίπεδο, είναι βαθιά οικονομικές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τεκμηριώσει επανειλημμένα ότι οι ποικιλόμορφες και συμπεριληπτικές ομάδες πετυχαίνουν ανώτερες επιδόσεις στην καινοτομία, λαμβάνουν πιο ώριμες αποφάσεις διαχείρισης κινδύνου και δημιουργούν οργανισμούς με σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό βιωσιμότητας. Με απλά λόγια, μια χώρα που δεν αξιοποιεί πλήρως τις γυναίκες στην τεχνολογική επιχειρηματικότητα δεν χάνει μόνο μια ηθική μάχη ισότητας, χάνει μια ουσιαστική οικονομική ευκαιρία.
Το χάσμα γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν εξετάσουμε τους τομείς όπου η Κύπρος επιδιώκει να δημιουργήσει συγκριτικό πλεονέκτημα: ψηφιακή τεχνολογία, προηγμένες υπηρεσίες, μη επανδρωμένα συστήματα και άλλες αναδυόμενες βιομηχανίες. Εκεί, η παρουσία των γυναικών σε ρόλους ίδρυσης και στρατηγικής ηγεσίας είναι ελάχιστη. Οι γυναίκες συμμετέχουν ουσιαστικά στην έρευνα, στη διαχείριση έργων και στα τεχνικά επαγγέλματα, αλλά σπάνια φτάνουν στο τραπέζι των τελικών αποφάσεων.
Την ίδια στιγμή, η υποεκπροσώπηση των γυναικών σε επενδυτικά σχήματα, σε επιτροπές αξιολόγησης και σε ομάδες λήψης αποφάσεων δημιουργεί ένα αθέατο αλλά ισχυρό ντόμινο. Όταν η γυναικεία οπτική απουσιάζει από τα πρώτα στάδια της χρηματοδότησης, οι πιθανότητες ένα γυναικείο ή γυναικο-ηγετικό εγχείρημα να αξιολογηθεί θετικά μειώνονται. Δεν πρόκειται για εσκεμμένη διάκριση, πρόκειται για ένα διαχρονικό φαινόμενο ομοιογένειας στα δίκτυα, όπου η πρόσβαση και η εμπιστοσύνη συχνά αναπαράγονται μέσα στους ίδιους κύκλους.
Το ευρωπαϊκό περιβάλλον, ωστόσο, έχει αλλάξει δραστικά. Η ισότητα των φύλων δεν αποτελεί πλέον προαιρετική διάσταση των πολιτικών για την έρευνα και την καινοτομία, είναι πλέον κεντρικός πυλώνας. Από τα χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέχρι τις απαιτήσεις για gender mainstreaming σε έργα έρευνας και καινοτομίας, η ΕΕ έχει ενσωματώσει μεθοδικά τη συμπερίληψη στη στρατηγική της.
Αυτό δημιουργεί για την Κύπρο μια μοναδική ευκαιρία: όχι απλώς να ανταποκριθεί σε ευρωπαϊκές απαιτήσεις, αλλά να αξιοποιήσει τη στροφή αυτή προς όφελος της εθνικής της οικονομίας.
Και το σημαντικότερο; Δεν απαιτούνται επαναστατικές τομές. Αυτό που απαιτείται είναι στοχευμένη ενίσχυση της πρόσβασης σε υφιστάμενα εργαλεία: θερμοκοιτίδες, δίκτυα καινοτομίας, ευρωπαϊκά προγράμματα, mentoring και δίκαιες διαδικασίες αξιολόγησης. Εξίσου κρίσιμο είναι να ενισχυθεί η προβολή γυναικείων επιτυχημένων παραδειγμάτων. Γιατί πολύ συχνά, η αλλαγή δεν ξεκινά με θεσμικές αποφάσεις, αλλά από μια απλή, ανθρώπινη συνθήκη: το να βλέπεις ότι “γίνεται”.
Σε διεθνές επίπεδο, οι γυναίκες επιχειρηματίες έχουν ήδη αποδείξει ότι διακρίνονται σε τομείς ζωτικής σημασίας για τη νέα οικονομία: βιωσιμότητα, υπεύθυνη καινοτομία και μακροχρόνια δημιουργία αξίας.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η Κύπρος πρέπει να επενδύσει περισσότερο στις γυναίκες πρωτοπόρες της τεχνολογίας. Το ερώτημα είναι: μπορεί να αντέξει να μην το κάνει; Στο σημείο καμπής όπου βρίσκεται η χώρα, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Η ενίσχυση των γυναικών στην τεχνολογική επιχειρηματικότητα δεν αποτελεί απλώς μια κίνηση ισότητας. Είναι μια πράξη οικονομικής σοφίας, στρατηγικής διορατικότητας και εθνικής ωριμότητας.
Η Κύπρος έχει μπροστά της ένα μέλλον που μπορεί να είναι πιο καινοτόμο, πιο ισχυρό και πιο ανταγωνιστικό. Για να φτάσει εκεί, χρειάζεται να αξιοποιήσει όχι το μισό, αλλά το σύνολο του ταλέντου της. Και αυτό σημαίνει να ανοίξει τον δρόμο και τις προοπτικές για περισσότερες γυναίκες πρωτοπόρες.
* Λειτουργός στο Τμήμα Εμπορίου, Υπηρεσιών και Ψηφιοποίησης, ΚΕΒΕ










