Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση του εγχώριου πληθωρισμού κατά τη διάρκεια του 2025 και την επιστροφή του σε επίπεδα χαμηλότερα από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% της ΕΚΤ (0,8% στην Κύπρο σε αντίθεση με 2,1% στην ευρωζώνη), το πρόβλημα της ακρίβειας στην Κύπρο, και κατ’ επέκταση της μείωσης της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, και ιδιαίτερα των ευάλωτων, συνεχίζει να υφίσταται, αν και σε μικρότερο βαθμό. Αυτό καταδεικνύει η μελέτη «ακρίβεια και πληθωρισμός στην Κύπρο: Πρόσφατες τάσεις και δυναμικές» που υπογράφουν οι τεχνοκράτες της Κεντρικής Τράπεζας Καπάταης Δημήτρης, Μίθηλλου Μαρία και Παπαγεωργίου Μαρία (οι απόψεις ανήκουν στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις της Κεντρικής) και δημοσιεύεται στο blog που δημιούργησε για πρώτη φορά η εποπτική αρχή.
Παρότι οι έννοιες του πληθωρισμού και της ακρίβειας σχετίζονται στενά, διαφοροποιούνται ουσιαστικά. Στην μελέτη που υπογράφουν οι τρεις τεχνοκράτες αναφέρεται ότι «ο πληθωρισμός μετρά πόσο γρήγορα αυξάνονται οι τιμές αγαθών και υπηρεσιών (ρυθμός μεταβολής) σε μια οικονομία , ενώ η ακρίβεια αποτελεί τη σχέση του επιπέδου τιμών – ιδιαίτερα εκείνων των αγαθών και υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για την καθημερινή ζωή (π.χ. τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση) – με το επίπεδο του εισοδήματος. Το επίπεδο της ακρίβειας το οποίο επηρεάζει σημαντικά την πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών, καθορίζεται συγκρίνοντας τα σημερινά επίπεδα των δεικτών τιμών με προηγούμενες χρονικές περιόδους, σε συνάρτηση με τη μεταβολή των μισθών.
Όταν ο πληθωρισμός είναι αυξημένος ή έχει προηγηθεί κύμα αυξήσεων, η ακρίβεια γίνεται έντονα αισθητή, ακόμη κι αν αργότερα ο ρυθμός ανόδου των τιμών επιβραδύνεται. Με άλλα λόγια, η ακρίβεια δύναται να παραμένει ακόμα και σε περιόδους χαμηλού πληθωρισμού, εφόσον οι τιμές συγκεκριμένων βασικών αγαθών και υπηρεσιών έφτασαν ήδη σε δυσανάλογα υψηλά επίπεδα σε σχέση με το εισόδημα των καταναλωτών».
Από την ανάλυση που ακολουθεί υποδεικνύουν ότι «προκύπτει ότι η πραγματική οικονομική πίεση που βιώνουν τα νοικοκυριά δεν εξαρτάται μόνο από την εξέλιξη των τιμών, αλλά και από τη δυναμική των εισοδημάτων τους». Την περίοδο 2021-2024 σημειώνουν, ο πληθωρισμός (με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή) στην Κύπρο, όπως και στη ζώνη του ευρώ, αυξήθηκε σημαντικά και κατέγραψε σωρευτική αύξηση της τάξης του 16,5%, ενώ στην ζώνη του ευρώ ήταν σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα φθάνοντας το 18,8%. Αυτή η εξέλιξη αποδίδεται, σε μεγάλο βαθμό, όπως και για την ζώνη του ευρώ, στις έντονες πληθωριστικές πιέσεις που επήλθαν σε αγαθά και υπηρεσίες, κυρίως ως αποτέλεσμα, εξωγενών κραδασμών, όπως οι επιπτώσεις της πανδημίας και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα. «Στη συνέχεια ο ετήσιος πληθωρισμός στην Κύπρο υποχώρησε αισθητά, καταγράφοντας επιβράδυνση στο 0,8% το 2025, ποσοστό κατά πολύ χαμηλότερο από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ενώ ο αντίστοιχος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ ανήλθε στο 2,1%», σημειώνουν.
Ωστόσο υπογραμμίζουν, η σημαντική επιβράδυνση του εγχώριου πληθωρισμού κατά το 2025 δεν συνεπάγεται και την εξάλειψη του προβλήματος της ακρίβειας στην Κύπρο αφού το επίπεδο των τιμών έφτασε ήδη σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με το 2019 λόγω του σωρευτικού υψηλού πληθωρισμού που προηγήθηκε τα προηγούμενα χρόνια».


