Κυριάκος Ιωάννου. Η Ελληνική φωτογραφία, του Σεφέρη και της Άλωνας. Έκδοση Κοινοτικού Συμβουλίου Άλωνας, 2026
Μια ολιγοσέλιδη αλλά λίαν σημαντική μονογραφία πολυπρισματικής εντρύφησης και νοηματικής πολυσημίας ως προς την αναβίωση των συμφραζομένων μηνυμάτων και την ανάδειξη της δημιουργικής τους αξιοποίησης συγκροτούν οι 100 σελίδες του βιβλίου τού Κυριάκου Ιωάννου με κοινό σημείο εμφατικής αναφοράς την Ελληνικότητα της Σεφερικής φωτογραφίας και της Άλωνας.
Ενδεικτικός ο εισαγωγικός προϊδεασμός στην αποτίμηση της διαλεκτικής τους μέθεξης, καθώς την πολλαπλή αξία και την εμβέλεια της εμβληματικής φωτογραφίας επισημαίνει ο κοινοτάρχης Άλωνας Μιχάλης Νικηφόρου στον χαιρετισμό του: «… ένα στιγμιότυπο της εποχής μετατρέπεται σε σύμβολο νοημάτων, γεφυρώνοντας έτσι την ποίηση με τη μνήμη, την εικόνα με την ιστορία, το τοπικό με το πανελλήνιο.»· τονίζοντας ωσαύτως την εποικοδομητική συμβολή του συγγραφέως «στην αυτογνωσία των μελλοντικών γενεών», αντάξιων, προφανώς, του προγονικού χρέους για την έμπρακτη συνέχιση του εθνικού τους φρονήματος. Στο δικό του ευσύνοπτο προλογικό σημείωμα ο φιλοκύπριος φιλόλογος Μανώλης Στεργιούλης, σημασιοδοτώντας τη φωτογράφιση μνημειακών χώρων, τοπίων, προσώπων και πολιτικοκοινωνικών γεγονότων από τον ποιητή κατά τις ανά την Κύπρο περιδιαβάσεις του και σε συνανάγνωση με τα αντίστοιχα ποιήματά του, σχολιάζει τη χρονική συγκυρία της λήψης της συγκεκριμένης φωτογραφίας, ήτοι τις παραμονές του Αγώνα, στην οποία ενδιατρίβει ο συγγραφέας προκειμένου να αποκαταστήσει λειψές, ανακριβείς έως και παραποιημένες πληροφορίες με την ενδελεχή εξέταση της τεκμηριωμένης ιστορικής της ταυτοποίησης. Συμπληρώνει επιλογικά ότι το έργο «προσθέτει μία ακόμη ψηφίδα στη σεφερική βιβλιογραφία».
Τα προλεγόμενα του υπομνηματισμένου πονήματος περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ενδιαφέροντα στοιχεία για τη συστηματική ενασχόληση του Σεφέρη με τη φωτογραφική τέχνη και την πολύτροπη οπτική συλλειτουργία με την ποίησή του, τη θεματική κατηγοριοποίηση των 288 δημοσιευμένων, ώς επί το πλείστον, φωτογραφιών στη διάρκεια των τριών εδώ ταξιδιών του, εκ των οποίων το ιδιωτικό δεύτερο της παρατεταμένης επίσκεψης μετά της συζύγου του το φθινόπωρο του 1954. Παρατίθενται προσέτι οι παρατηρήσεις τόσο της Μαρώς Σεφέρη όσο και των φίλων συνοδοιπόρων στις περιηγητικές του διαδρομές Ευάγγελου Λουίζου και Αδαμάντιου Διαμαντή σε σχέση με την εικαστική αισθητική των Σεφερικών φωτογραφιών και τη σημειολογία της μνημονικής αποτύπωσής τους. Οι κυπρόθεμες αυτές φωτογραφίες, που πυροδοτούν πολλάκις το έναυσμα και αποκρυπτογραφούν την επεξηγηματική πρόσληψη των «Κυπριακών» του ποιημάτων, αποτελούν εκδόσεις φωτογραφικών ανθολογιών. Όψεις της ποικιλώνυμης θεματογραφίας τους οι απεικονίσεις παιδιών και οι επιτοίχιες επιγραφές εθνικοπολιτικών συνθημάτων σε εκκλησίες και άλλες περίβλεπτες τοποθεσίες χωριών, που συνέλαβε ο αριστοτεχνικός εύγλωττος φακός του φωτογράφου-ποιητή στο δεύτερο κυρίως ταξίδι του στον τόπο, όπου, κατά την έκφραση της βιωματικής του εμπειρίας «το θαύμα λειτουργεί ακόμη». Πλην της γνωστής φωτογραφίας με τα επτά σεισμόπληκτα αγοράκια στη Μονή Κύκκου, αποθησαύρισμα του πρώτου του ταξιδιού, η πλέον δημοφιλής παραστατική καταγραφή παραμένει και συνεχίζει πολυσχιδώς να αναπαράγεται η φωτογραφία σε τοίχο καφενείου στην Άλωνα της Πιτσιλιάς, που συνδυάζει τρία παιδιά νηπιακής έως μεγαλύτερης ηλικίας με το φλογερό ενωτικό σύνθημα σε κεφαλαιογράμματη γραφή «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες» και το κάτωθί του παιγνιώδες ερώτημα «Τίνος είναι το μωρό;».
Η εκτενής τρίτη ενότητα του βιβλίου, διανθισμένη με φωτογραφίες, εποπτικές των κειμένων, επιμερίζεται σε δέκα κεφάλαια, που πραγματεύονται πτυχές αναφορικά με την διαχρονική διάδοση της προσφιλούς συνθηματικής επιγραφής λόγω της εθνικοπατριωτικής οιονεί αποφθεγματικότητάς της είτε της παραπομπής της στην ιστορικότητα του Αγώνα του 1955-1959, τον σχολιασμό της σε δημοσιεύματα περιοδικών και βιβλίων, την ορθότητα της γραφής, την ημερομηνιακή απαθανάτισή της, την αναζήτηση της αυθεντικής πατρότητας των δύο αναγεγραμμένων συνθημάτων, καθώς και τη μαρτυρούμενη ταυτότητα των εικονιζομένων παιδιών. Περιγράφεται, επί πλέον, στο κάτω μέρος της φωτογραφίας η κινητή ξύλινη κατασκευή με δύο γυάλινα ντουλαπάκια εν είδει προθήκης, όπου τις Κυριακές μετά την εκκλησία πωλείτο το Κυπριακής γλυκοποιίας μαχαλλεπίν. Διερευνώνται επίσης η παράθεση ατονότερων γραμμάτων και λέξεων και η ενδεχόμενη στρωματογραφία της επιγραφής, όπως και η αναδρομή στις πηγές, τα κίνητρα και στις συνειρμικές προεκτάσεις των δύο συνθημάτων, που απηχούν ρυθμικούς τόνους τροχαϊκού μέτρου.
Ακροθιγώς συγκεφαλαιώνοντας τα πορίσματα της εξαντλητικής έρευνας μέσα από τις ημερολογιακές καταγραφές του Σεφέρη και την αλληλογραφία του, τις συγκριτολογικές προσεγγίσεις βιβλιακών πηγών και την εμπεριστατωμένη αντιβολή έντυπων και ζωντανών μαρτυριών, που συνθέτουν τις ιστοριογραφικές και αξιολογικές συνυφάνσεις της μνημειώδους επιγραφής, συνάγουμε τα εξής υπομνήσεως σημαντικά: Η εξακολουθητική αναζωπύρωση του εθνοπρεπούς συνθήματος στην αποτύπωση της Σεφερικής φωτογραφίας και οι συνδηλώσεις της συγκινησιακής επενέργειας, που διεγείρει ως κατηγορική προστακτική στις αυτούσιες κοινοποιήσεις της σε έντυπες προσκλήσεις εκδηλώσεων, όπως εκείνη της Άλωνας για τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου Γιώργου Σεφέρη, στην αρθρογραφία, τη λογοτεχνία και προσέτι τη φιλμογραφία. Από τον ημερομηνιακό υπολογισμό των περιηγητικών εξορμήσεων του Σεφέρη στο δεύτερο «Κυπριακό» του ταξίδι, διακριβώνεται ότι επισκέφθηκε την Άλωνα την Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 1954, οπότε και λήφθηκε η εν λόγω φωτογραφία. Τα παιδάκια που εικονίζονται κάτω από το σύνθημα του γκρεμισμένου τοίχου στις αρχές της δεκαετίας του 1960 είναι η δεκάχρονη τότε Ελένη Αργυροπούλου-Χατζηνεοφύτου, η τρίχρονη Μαρία Αργυρού και ο μόλις ενάμιση ετών τότε αδελφός της Τάκης Αργυρού, που κρατά στα χέρια της η Ελένη. Ως συνθηματογράφο φέρουν συγκλίνουσες ενδείξεις τον Αλωνεύτη Ντίνο Δαμιανό, ενώ ανεπιβεβαίωτη είναι η δεύτερη εκδοχή για τον ομοχώριό του ιερέα Σάββα Αχιλλέως. Ο Κ.Γ.Γιαγκουλλής, ο πρώτος μελετητής που εντόπισε την πατρότητα των συνθημάτων, εξιχνίασε συνάμα και την καταγωγική τους προέλευση από συναφές δίστιχο του ποιητάρη Κυριάκου Παπανικολάου ή Παπαδόπουλου (1872-1912). Στο ακροτελεύτιό του κείμενο ο Κυριάκος Ιωάννου εισηγείται στο Κοινοτικό Συμβούλιο, όπως ο κεντρικός δρόμος της Άλωνας ονομαστεί «οδός Γιώργου Σεφέρη», όπου το καφενείο που υποδέχθηκε τον ποιητή και τα στιγμιότυπα που απαθανάτισε. Ως επίμετρο του αξιέπαινου βιβλίου οι «Ποιητικές “Συνομιλίες”» στοιχειοθετούν τα ποιήματα είκοσι ποιητών, που εμπνεύστηκαν από την περιώνυμη φωτογραφία.
Φιλελεύθερος 6.4.2026










