Σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία κλινικών εξωσωματικής γονιμοποίησης στα κατεχόμενα εγείρει δημοσίευμα του BBC, σύμφωνα με την οποία οικογένειες από το Ηνωμένο Βασίλειο καταγγέλλουν ότι κατά τη διαδικασία θεραπείας χρησιμοποιήθηκαν λάθος δότες σπέρματος ή ωαρίων, με αποτέλεσμα παιδιά που γεννήθηκαν μέσω IVF να μην έχουν τη βιολογική συγγένεια που οι γονείς πίστευαν ότι είχαν διασφαλίσει.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η περίπτωση της Λόρα και της συντρόφου της Μπεθ, οι οποίες απέκτησαν δύο παιδιά, την Κέιτ και τον Τζέιμς, μέσω εξωσωματικής σε κλινική στα κατεχόμενα. Όπως αναφέρουν, είχαν ζητήσει ρητά να χρησιμοποιηθεί ο ίδιος ανώνυμος δότης σπέρματος και για τις δύο εγκυμοσύνες, ώστε τα παιδιά να είναι βιολογικά συγγενή.
Οι αμφιβολίες τους άρχισαν λίγο μετά τη γέννηση του Τζέιμς, όταν παρατήρησαν ότι τα φυσικά του χαρακτηριστικά διέφεραν αισθητά από εκείνα της βιολογικής του μητέρας και από το προφίλ του δότη που είχαν επιλέξει. Έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία προβληματισμού, αποφάσισαν να υποβάλουν και τα δύο παιδιά σε τεστ DNA.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, κανένα από τα δύο παιδιά δεν φέρεται να σχετίζεται βιολογικά με τον δότη που είχε επιλεγεί, ενώ προέκυψε ακόμη ότι τα παιδιά δεν είναι βιολογικά συγγενή μεταξύ τους. Η Μπεθ περιέγραψε την αποκάλυψη ως μια εμπειρία τρόμου, καθώς, όπως είπε, έγινε σαφές ότι «κάτι είχε πάει πολύ στραβά».
Το BBC αναφέρει ότι μίλησε συνολικά με οικογένειες επτά παιδιών, οι οποίες θεωρούν ότι χρησιμοποιήθηκαν λάθος δότες κατά τη διάρκεια θεραπειών IVF. Στις περισσότερες περιπτώσεις, σύμφωνα με το δίκτυο, έχουν πραγματοποιηθεί εμπορικά τεστ DNA που φαίνεται να ενισχύουν αυτές τις υποψίες.
Όλες οι υποθέσεις συνδέονται με κλινικές στα κατεχόμενα. Ειδικοί που μίλησαν στο BBC σημειώνουν ότι τα κατεχόμενα έχουν εξελιχθεί σε δημοφιλή προορισμό για Βρετανούς που αναζητούν θεραπείες γονιμότητας στο εξωτερικό, λόγω χαμηλότερου κόστους, υψηλών ποσοστών επιτυχίας που διαφημίζονται και ευρύτερης πρόσβασης σε ανώνυμους δότες.
Η Λόρα και η Μπεθ ανέφεραν ότι ξεκίνησαν τη διαδικασία για τη δημιουργία οικογένειας το 2011 και επέλεξαν το Dogus IVF Centre. Όπως υποστηρίζουν, η κλινική τις είχε διαβεβαιώσει ότι μπορούσε να εισαγάγει κατεψυγμένο σπέρμα από την Cryos International στη Δανία. Το ζευγάρι επέλεξε δότη με το ψευδώνυμο «Finn», ο οποίος παρουσιαζόταν ως υγιής, με αναλυτικό οικογενειακό και ιατρικό προφίλ.
Η πρώτη εγκυμοσύνη οδήγησε στη γέννηση της Κέιτ και, όταν το ζευγάρι επέστρεψε για δεύτερο παιδί, ζήτησε εκ νέου να χρησιμοποιηθεί ο ίδιος δότης. Αυτή τη φορά γεννήθηκε ο Τζέιμς. Το συνολικό κόστος της θεραπείας, μαζί με φάρμακα, ξενοδοχεία και πτήσεις, υπολογίζεται στις 16.000 λίρες, εκ των οποίων 2.000 λίρες αφορούσαν το σπέρμα του συγκεκριμένου δότη.
Οι δύο γυναίκες ανέφεραν ότι μιλούσαν ανοιχτά στα παιδιά τους για τον δότη, θεωρώντας σημαντικό να έχουν μια εικόνα της βιολογικής τους προέλευσης. Ωστόσο, μετά τα αποτελέσματα των τεστ DNA, όπως λένε, βρέθηκαν αντιμέτωπες με πολλά αναπάντητα ερωτήματα, μεταξύ άλλων ποιοι ήταν οι πραγματικοί δότες και αν είχαν υποβληθεί στους υγειονομικούς ελέγχους που είχαν παρουσιαστεί.
Σύμφωνα με το BBC, οι προσπάθειες επικοινωνίας με την κλινική δεν απέδωσαν. Η γιατρός Firdevs Uguz Tip φέρεται να δήλωσε ότι δεν ήταν υπεύθυνη για την παραγγελία του σπέρματος και αμφισβήτησε την αξιοπιστία των εμπορικών τεστ DNA. Ωστόσο, νεότερα πιστοποιημένα τεστ, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε βρετανικά δικαστήρια, επιβεβαίωσαν ότι τα δύο παιδιά δεν είναι βιολογικά συγγενή.
Ειδικός στη γενετική που ανέλυσε τα αποτελέσματα για λογαριασμό της οικογένειας ανέφερε ότι είναι απίθανο κάποιο από τα δύο παιδιά να συνδέεται βιολογικά με τον δότη «Finn». Από την πλευρά της, η Cryos International δήλωσε στο BBC ότι εφαρμόζει αυστηρές διαδικασίες ασφαλείας και ότι σε 45 χρόνια λειτουργίας της δεν έχει καταγραφεί παρόμοιο λάθος.
Η έρευνα εντόπισε και άλλες οικογένειες που φέρονται να αντιμετώπισαν αντίστοιχα προβλήματα. Δύο ακόμη βρετανικές οικογένειες, οι οποίες έλαβαν θεραπεία αργότερα σε άλλη κλινική που ίδρυσε η ίδια γιατρός, εκτιμούν ότι χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικοί δότες ωαρίων από εκείνους που πίστευαν ότι είχαν επιλέξει. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, τεστ DNA φαίνεται να ενισχύουν τις ανησυχίες τους.
Η Firdevs, σύμφωνα με το BBC, υποστήριξε ότι η επιλογή δωρητριών γινόταν από την κλινική και ότι δεν παρέχονταν εγγυήσεις ως προς την εθνικότητα του δότη. Ωστόσο, οι οικογένειες δηλώνουν ότι είχαν την εντύπωση πως είχαν επιλέξει συγκεκριμένα πρόσωπα και ότι αυτό δεν τους είχε διευκρινιστεί διαφορετικά.
Ειδικοί στην αναπαραγωγική ιατρική που μίλησαν στο BBC ανέφεραν ότι η χρήση λανθασμένου δότη κατά λάθος θεωρείται σπάνια, όμως η επανάληψη τέτοιων περιστατικών γύρω από την ίδια ιατρική ομάδα θα μπορούσε να παραπέμπει σε αμέλεια ή και παραπλάνηση. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι στα κατεχόμενα δεν υπάρχει ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή αντίστοιχη με εκείνη του Ηνωμένου Βασιλείου για την εποπτεία των κλινικών γονιμότητας.
Η ακτιβίστρια Mine Atli δήλωσε ότι η συμμόρφωση των κλινικών με τη νομοθεσία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνείδηση των ιδιοκτητών τους, ενώ οργανώσεις που ασχολούνται με τη δωρεά γεννητικού υλικού προειδοποιούν για τον σοβαρό ψυχολογικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει για παιδιά και γονείς η ανακάλυψη ότι η βιολογική τους προέλευση δεν είναι αυτή που πίστευαν.
Παρά την αποκάλυψη, η οικογένεια της Λόρα και της Μπεθ δηλώνει ότι η σχέση των παιδιών δεν έχει αλλάξει. Η Κέιτ σημειώνει ότι παραμένουν οικογένεια, ακόμη κι αν δεν συνδέονται βιολογικά, ενώ ο Τζέιμς περιγράφει την ταυτότητα ως «το πιο σημαντικό». Οι δύο μητέρες καταλήγουν ότι, παρά το σοκ και την αβεβαιότητα, στο τέλος «όλα θα πάνε καλά».
bbc.com









