Σε μια πρωτοποριακή απόφαση που αφορά αποκλειστικά σε πρόσβαση της Αστυνομίας σε τραπεζικές θυρίδες και τη διασύνδεσή τους με πιθανές εγκληματικές δραστηριότητες, εξέδωσε σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο.
Ζεύγος Ισραηλινών, που ερευνάται από τις γαλλικές Αρχές για μεγάλη υπόθεση οικονομικής απάτης με κρυπτονομίσματα, προσέφυγε στο Ανώτατο ζητώντας την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για την ακύρωση των ενταλμάτων έρευνας ημερ. 22.10.2025 στις τραπεζικές τους θυρίδες. Οι αιτητές μέσω των δικηγόρων τους, υποστήριζαν ότι δεν υπήρχε τίποτε που να συνδέει τις δύο θυρίδες με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, για ν’ ανοίξει μια τραπεζική θυρίδα χρειάζονται δύο κλειδιά. Ένα που κατέχει η τράπεζα και ένα που κατέχει ο ιδιοκτήτης. Ο ιδιοκτήτης δεν έδιδε τη συγκατάθεσή του και έτσι θα παραβιαζόταν η θυρίδα. Πριν γίνει αυτό οι αιτητές ζήτησαν την ακύρωση σχετικού εντάλματος έρευνας.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκή εντολή έρευνας που διαβιβάστηκε από τις γαλλικές Αρχές στις κυπριακές, από το 2020 έχουν εμφανιστεί επενδυτικές απάτες σε κρυπτονομίσματα. Οι «απατεώνες» έδρασαν μέσω δεκάδων ψεύτικων επενδυτικών και εμπορικών πλατφόρμων με πολλά θύματα στη Γαλλία και γενικότερα στην Ευρώπη. Η ψηλή ποιότητα των δομών που χρησιμοποιήθηκαν, τα συνολικά ποσά που λήφθηκαν και η διασύνδεση των γεγονότων που διεφάνησαν από τις έρευνες, αποκάλυψαν την ύπαρξη μιας μεγάλης εγκληματικής ομάδας.
Όπως αναφερόταν στον όρκο στη βάση του οποίου εξασφαλίστηκε το ένταλμα έρευνας από δικαστήριο της Λεμεσού για τις δύο τραπεζικές θυρίδες, η ίδρυση εταιρειών στο εξωτερικό και ειδικότερα στην Κύπρο, τη Σιγκαπούρη, τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και το Χονγκ Κονγκ, επέτρεψε σε δομές να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία ξεπλύματος χρήματος. Μόλις τα κεφάλαια ενσωματώνονταν, η εταιρεία μπορούσε να καταβάλλει μισθούς, να πραγματοποιεί αγορές ακινήτων ή να μεταφέρει τα κεφάλαια σε άλλες δομές. Διεφάνη ότι οι επιχειρήσεις ξεπλύματος χρήματος αφορούσαν ροές κρυπτονομισμάτων ύψους US$700 εκατ. μέχρι σήμερα.
Γι’ αυτό και ζητήθηκε η έκδοση εντάλματος έρευνες στις δύο τραπεζικές θυρίδες προς αναζήτηση έξυπνων κινητών, τάμπλετ και εξοπλισμό διαδικτύου υψηλής τεχνολογίας. Στην απόφασή της η δικαστής Έλενα Εφραίμ, διαπιστώνει ότι με βάση το περιεχόμενο του όρκου, διαφαίνεται ένα διεθνές, οργανωμένο και πολυδιάστατο σχέδιο απάτης μέσω ψεύτικων επενδυτικών και εμπορικών πλατφόρμων σε κρυπτονομίσματα, τα οποία διοχετεύονταν σε και διακινούνταν από τραπεζικούς λογαριασμούς. Τα εμπλεκόμενα σε αυτή την απάτη πρόσωπα φέρονται να χρησιμοποιούσαν ιστοσελίδες και άλλα ηλεκτρονικά μέσα, να δημιουργούσαν ψεύτικες σελίδες κρυπτονομισμάτων, στις οποίες φαινόταν ότι οι επενδύσεις των χρηστών απέφεραν σημαντικά κέρδη, και ακολούθως να υπεξαιρούσαν αυτά τα κεφάλαια μέσω εταιρειών και να διενεργούσαν συναλλαγές και αγορές κινητής και ακίνητης περιουσίας για ξέπλυμα αυτών των χρημάτων.
Σε αυτό το σχέδιο, αναφέρεται στην απόφαση, φαίνεται ότι ο αιτητής έλαβε σε λογαριασμό του σε κρυπτονομίσματα περί τα US$20.000 που σχετίζονταν άμεσα με ψεύτικες ιστοσελίδες απάτης επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα κατά το 2021 και επιπλέον US$3 εκατ. διοχετεύθηκαν μέσω αυτού του λογαριασμού.
«Αυτά τα στοιχεία εύλογα οδηγούν στην υποψία πως ο αιτητής συμμετείχε στο όλο σχέδιο εφόσον κρυπτονομίσματα, τα οποία προέκυψαν από τις ψεύτικες ιστοσελίδες απάτης, κατέληξαν σε λογαριασμό του και ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό διακινήθηκε μέσω του εν λόγω λογαριασμού του. Ο αιτητής και η οικογένεια του φέρονται να διατηρούν εμπίστευμα, σκοπός του οποίου ήταν η συγκέντρωση ακινήτων. Επίσης ο αιτητής διατηρεί δύο τραπεζικές θυρίδες, η μια εκ των οποίων ανήκει στον ίδιο από κοινού με τη σύζυγο του (αιτήτρια) και η δεύτερη θυρίδα στον ίδιο με πληρεξούσιο αντιπρόσωπο την αιτήτρια», σημειώνει το Δικαστήριο.
Ήταν κατάληξη του Ανωτάτου, ότι αυτή η μαρτυρία ήταν ικανή να δημιουργήσει εύλογη υποψία περί σύνδεσης του αιτητή με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, εφόσον διαφαίνεται να σχετίζεται τόσο με τις ψεύτικες ιστοσελίδες απάτης επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα όσο και με τη λήψη κρυπτονομισμάτων στον λογαριασμό του και τη διακίνηση μέσω του λογαριασμού του μεγάλου χρηματικού ποσού. Αυτό το συμπέρασμα άλλωστε δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας Αίτησης.
Μετά τις διαπιστώσεις αυτές το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση των δύο Ισραηλινών. Τον Γενικό Εισαγγελέα εκπροσώπησαν η κ. Μ. Φωτιάδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας με την κ. Έ. Κωνσταντίνου Δημόσιος Κατήγορος.










