Σε μια βαθιά εξομολογητική και έντονα φορτισμένη συνέντευξη, η μικρότερη κόρη του πρώην Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφηγείται τη ζωή της δίπλα στον μεγάλο πολιτικό, τον πρωτοπόρο επιχειρηματία αλλά και έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο άνθρωπο, που για εκείνην παρέμενε πάντα ο πατέρας της.
Από τον Ανδρέα Κατσιή
Φωτογραφίες: Δημήτρης Βάττης
Μακιγιάζ: Μαίρη Μυριανθοπούλου (Ilona Make Up Team by Inglot)
Με το που συναντηθήκαμε, το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν πως στα μάτια της υπήρχε εκείνη η γνώριμη ζεστασιά, η ηρεμία και η ευγένεια που για δεκαετίες ταυτίστηκαν με τον Γιώργο Βασιλείου. Στην ώρα που ακολούθησε, αυτό που χαρακτήρισε τελικά τη συζήτησή μας δεν ήταν τα λόγια απλώς της μικρότερης κόρης ενός πρώην Προέδρου, αλλά ενός παιδιού που μεγάλωσε ανάμεσα στην ιστορία και τη μοναξιά, την πολιτική και την απουσία, την υπερηφάνεια και το προσωπικό κόστος.
Η ζωή πριν από το 1988
Πώς ήταν να μεγαλώνετε σε μία οικογένεια με δύο γονείς τόσο δυναμικούς και πετυχημένους;
Ως παιδιά δεν το αντιλαμβανόμασταν. Ήταν απλώς οι γονείς μας. Η μαμά, στο σπίτι, πιο αυστηρή και της τάξης, και ο μπαμπάς στοργικός, που έφερνε χαρά, στις λίγες ώρες που περνούσε μαζί μας. Δεν υπήρχε, όμως, άλλη επιλογή, γιατί ο μπαμπάς έλειπε διαρκώς στο εξωτερικό για δουλειές και η μητέρα μας, παρότι εργαζόταν, είχε αναλάβει ουσιαστικά και τους δύο ρόλους. Ήταν εκείνη που κρατούσε την καθημερινότητα του σπιτιού.
Τότε το καταλαβαίνατε αυτό;
Το καταλάβαινα και την κατάλαβα περισσότερο, όταν έγινα κι εγώ μητέρα.
Ο Γιώργος Βασιλείου πώς ήταν ως πατέρας;
Τις Κυριακές, που ήμασταν όλοι μαζί στο σπίτι, μας έδινε όλη τη στοργή και την αγάπη του. Οι ώρες μαζί του ήταν μόνο στιγμές ευτυχίας και αυτό ήταν λίγο άδικο για τη μητέρα μου.
Άρα οι Κυριακές ήταν ταυτισμένες με εκείνον;
Ήταν οι πιο ωραίες μας μέρες. Παιχνίδια, μουσικές, ζωντάνια. Η κυριακάτικη βόλτα ξεκινούσε από το περίπτερο για εφημερίδες, συνέχιζε στο Wimpy για milkshake και burger και κατέληγε στη θεία Μόνικα για επίσκεψη.
Δεν σας ενοχλούσε εκείνη η καθημερινή απουσία;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω την εικόνα του σε καμία μας δραστηριότητα, σχολική ή εξωσχολική, αλλά ξέρετε κάτι, μπορεί να μην ήταν παρών σωματικά, ήταν, όμως, αυτός που μου έδινε τη μεγαλύτερη συναισθηματική ασφάλεια. Επίσης, είχαμε τόσο έντονες οικογενειακές στιγμές μαζί, που δεν με πείραζε που δεν ήταν στο σπίτι καθημερινά.
Τι θυμάστε από εκείνες τις οικογενειακές στιγμές;
Κάθε καλοκαίρι, Πάσχα και Χριστούγεννα, ήμασταν όλοι μαζί είτε στο πατρικό της μητέρας μου στην Πάφο είτε στο σπίτι που είχαμε στη Λεμεσό είτε σε κάποιο ταξίδι. Κάναμε πολλά ταξίδια ως οικογένεια, κάτι που για εκείνη την εποχή, δεν ήταν συνηθισμένο. Χτίσαμε πολλές και όμορφες αναμνήσεις.
Μεγαλώνοντας, νιώσατε ποτέ το «βάρος» του ονόματός σας;
Δεν ξέρω αν πέρασε έστω και μία ημέρα που να μην το ένιωσα αυτό. Με τα αδέρφια μου πάντα νιώθαμε ότι δεν θα καταφέρουμε ποτέ να φτάσουμε τους γονείς μας. Και πώς θα μπορούσαμε άλλωστε, αν σκεφτείτε μόνο τι έχουν κάνει αυτοί οι άνθρωποι στη ζωή τους. Δεν λέω ότι δεν είμαστε πετυχημένοι, ο καθένας στον τομέα του, αλλά σίγουρα δεν το φτάνεις αυτό το πράγμα. Στο μοναδικό πράγμα που ίσως μπορώ να πω ότι πλησιάζω τον πατέρα μου, είναι στο πώς χτίσαμε τις εταιρείες μας, με έμφαση στην ομάδα και στον άνθρωπο.
Τι άλλα στοιχεία του κληρονομήσατε;
Την απλότητα και την τιμιότητα, την καλοσύνη του προς τον συνάνθρωπο, καθώς και την αποφασιστικότητα και τη διαύγεια σκέψης.
1988 – 1993: Τα χρόνια στο Προεδρικό
Τον Φεβρουάριο του 1988, ο πατέρας σας εκλέγεται Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πόσο εύκολο ήταν για ένα κορίτσι δεκατριών ετών να μετακομίζει στο Προεδρικό Μέγαρο;
Ήταν κάτι πολύ έντονο για εμένα, που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το ποια είμαι σήμερα. Μια περίοδος με μοναδικές εμπειρίες και πολλές δυσκολίες. Κοιτάζοντας πίσω, το έχω στο μυαλό μου περισσότερο σαν παραμύθι.
Ένα παραμύθι, ωστόσο, έχει και πολλές «σκοτεινές» πλευρές…
Και σε αυτό το παραμύθι έτυχε να ζήσω αρκετές.
Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή. Ποια είναι η πρώτη εικόνα που θυμάστε από τότε;
Η σκηνή του συλλαλητηρίου, προεκλογικά. Αν δείτε βίντεο από τότε, θα προσέξετε ένα μικρό κοριτσάκι, πίσω από τον Βασιλείου, να βγάζει το κεφάλι του και να κοιτάζει αποσβολωμένο μία κοσμοθύελλα να ζητωκραυγάζει.
Πώς αντιλαμβανόσασταν τότε αυτό που γινόταν;
Ένιωθα περηφάνια και μια έντονη συναισθηματική φόρτιση από την ενέργεια του κόσμου. Δύσκολα περιγράφεται.
Την ημέρα των εκλογών βρισκόσασταν στο ΚΕΜΑ, όπου τελικά έγινε και η τελετή ανακήρυξης. Από εκείνες τις στιγμές, τι θυμάστε;
Εμείς ήμασταν στον χώρο από νωρίς και παρακολουθούσαμε τα αποτελέσματα. Όταν τελικά ο πατέρας μου εξελέγη Πρόεδρος, τους ενημέρωσαν ότι η ανακήρυξη δεν θα γινόταν στην Πλατεία Ελευθερίας, όπως συνηθιζόταν, καθώς υπήρχαν απειλές για τη ζωή του. Οπότε, το κτίριο σιγά σιγά άρχισε να γεμίζει με κόσμο και θυμάμαι να κοιτάω πάνω και να βλέπω ξαφνικά όλους τους ορόφους γεμάτους. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι, είναι να μας περικυκλώνει η αστυνομία και να μας μεταφέρει στο σπίτι μας.
Και η επόμενη μέρα;
Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί, άνοιξα την πόρτα του δωματίου μου και θυμάμαι να με τυφλώνουν τα φλας, σαν προβολείς γηπέδου ποδοσφαίρου. Το σπίτι μας μέσα και έξω είχε κατακλυστεί από δημοσιογράφους, κάμερες, αστυνομία. Έκλεισα την πόρτα και εκεί κατάλαβα ότι η ζωή μας δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Από εκείνη την ημέρα ο πατέρας μου ήταν ουσιαστικά «ανύπαρκτος». Ούτε διακοπές ούτε Κυριακές. Η προεδρία ήταν το τέλος της οικογενειακής μας ζωής, όπως την ξέραμε μέχρι τότε. Αυτές οι οικογενειακές στιγμές κράτησαν μέχρι τα δεκατρία μου.
Είναι ένα παράπονο που έχετε από τους δικούς σας αυτό;
Ήταν δύσκολη περίοδος, αλλά όχι, δεν έχω παράπονο. Ήταν η δική μου συνεισφορά, αν θέλετε, για το καλό της πατρίδας.
Πόσο εύκολα μπορεί να το δεχτεί αυτό ένα παιδί; Να χάνει την παιδικότητά του για κάτι που δεν επέλεξε;
Ο πατέρας μου μεγάλωσε έχοντας πρώτα και πάνω απ’ όλα την πατρίδα. Έτσι έμαθε. Οπότε, αυτός θυσίασε την οικογένειά του για το καλό της πατρίδας κι εμείς με τη σειρά μας θυσιάσαμε κάτι άλλο, για να στηρίξουμε την οικογένεια.
Σε πρόσφατη συνέντευξή της, η μητέρα σας παραδέχτηκε ότι εσείς, περισσότερο από τα αδέλφια σας, ήσασταν αυτή που βιώσατε τις περισσότερες δυσκολίες εκείνης της περιόδου. Σας ζήτησαν ποτέ συγγνώμη;
Το ότι το παραδέχτηκε η μητέρα μου δημόσια, δείχνει ότι το κατάλαβαν, αλλά θα ήταν αχαριστία εκ μέρους μου να «απαιτήσω» τη συγγνώμη τους. Μπορεί να ήταν δύσκολα, αλλά μόνο περηφάνια ένιωθα και νιώθω γι’ αυτούς τους δύο ανθρώπους.

Αλήθεια, πώς ήταν για μία έφηβη να ζει στο Προεδρικό;
Υπήρχε πολλή μοναξιά. Όταν μετακομίσαμε στο Προεδρικό, δεν έχασα μόνο την ιδιωτικότητά μου και τη φυσική παρουσία των γονιών μου, έχασα και τους παππούδες μου, που στο προηγούμενό μας σπίτι έμεναν από κάτω. Τον πρώτο χρόνο ήμασταν μόνο εγώ και ο αδελφός μου, και δεθήκαμε πολύ. Μετά πήγε στρατιώτης και τότε ένιωσα πραγματικά μόνη, ασχέτως του ότι στο Προεδρικό συνεχώς μπαινόβγαινε κόσμος.
Τι κάνατε όλη μέρα; Πώς περνούσε η ώρα, όταν επιστρέφατε από το σχολείο ή τα Σαββατοκύριακα;
Ειλικρινά δεν ξέρω! Τότε δεν είχαμε ούτε κινητά ούτε social media. Με θυμάμαι να περιφέρομαι στον μακρύ διάδρομο της οικίας του Προεδρικού και να πηγαινοέρχομαι στο σκοτάδι.
Αργότερα, όταν μεγαλώσατε, δεν βελτιώθηκαν τα πράγματα;
Τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται όταν συνειδητοποίησα ότι για να μπορέσω να ανταπεξέλθω, έπρεπε να δημιουργήσω τη δική μου οικογένεια, οπότε στράφηκα στους φίλους μου, τους οποίους έχω μέχρι σήμερα. Μάλιστα, οι φρουροί είχαν μάθει τα ονόματα και τα νούμερα από τις μοτοσικλέτες τους και τους άνοιγαν να μπουν. Αυτοί έγιναν η οικογένειά μου.
Όλα αυτά τα βλέμματα που ήταν στραμμένα επάνω σας, δεν σας προκαλούσαν δυσφορία;
Με έκαναν να νιώθω πολύ άβολα, γι’ αυτό και έκτοτε ασυνείδητα προσπαθώ να «κρύβομαι», ακόμη και σε σχέση με τη δουλειά μου. Όπως μου είπε πρόσφατα και ένας στενός μου συνεργάτης, σε αντίθεση με τον πατέρα μου, εγώ έγινα «silent achiever».
Υπήρξε και κάτι άλλο που σας σημάδεψε εκείνα τα χρόνια;
Η υποκρισία τόσο απέναντι σ’ εμένα όσο και απέναντι στον πατέρα μου. Πολλοί με προσέγγιζαν είτε φιλικά είτε, λίγο αργότερα, ερωτικά, διότι ήμουν η κόρη του Προέδρου, αλλά και αρκετοί που, ενώ πριν εκθείαζαν τον Βασιλείου, όταν έχασε τις εκλογές, του γύρισαν την πλάτη.
Κατά τη διάρκεια της πενταετίας, βλέπατε τον πατέρα σας;
Με θυμάμαι να κοιτάζω από το παράθυρο της κουζίνας του Προεδρικού, για να δω αν περίμεναν κάποιο σημαντικό πρόσωπο ή να παραμονεύω να τον πετύχω στο γραφείο, για να του δώσω ένα φιλί. Περισσότερο, όμως, θυμάμαι το πόσο πολύ τον θαύμαζα για όλα όσα έκανε. Όπως σας είχα πει και στην αρχή, μπορεί να μην τον είχαμε καθημερινά μαζί μας αλλά νιώθαμε την αγάπη και τη συναισθηματική ασφάλεια που μας προσέφερε. Ακόμη και κάποιες μέρες, που η μοναδική μας επαφή ήταν όταν διασταυρώνονταν τα αυτοκίνητά μας στην είσοδο του Προεδρικού, όταν τον έβλεπα και μου χαμογελούσε, έλαμπαν τα μάτια μου.

Οι άσχημες συμπεριφορές και το bullying
Το γεγονός ότι ήσασταν η κόρη του Προέδρου, σας προκάλεσε προβλήματα στο σχολείο;
Όταν ο πατέρας μου ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του, με το ΑΚΕΛ να τον στηρίζει, θυμάμαι κάποιους από τους καθηγητές μου να περνούν μπροστά από το θρανίο μου, να αφήνουν «πεντόλιρα» και να μου λένε «Πάμε στοίχημα ότι δεν θα βγουν οι κομμουνιστές στην εξουσία». Ήμουν 12 χρονών.
Και όταν τελικά εξελέγη, άλλαξαν στάση;
Θυμάμαι έναν από αυτούς να μου δίνει εκείνο το «πεντόλιρο», λέγοντάς μου πως κέρδισα το στοίχημα. Ένα στοίχημα που είχε βάλει μόνος του.
Από τους συμμαθητές σας, ποιες συμπεριφορές εισπράξατε;
Οι συμμαθητές μου με αντιμετώπισαν με περισσότερο σεβασμό. Παρότι ήξερα πως δεν μας στήριζαν πολιτικά, δεν με έκαναν να νιώσω περίεργα. Βέβαια, το ότι ήμουν η κόρη ενός Προέδρου στηριζόμενου από την Αριστερά, ήταν ο λόγος που δεν μου «επέτρεψαν» ποτέ να εκλεγώ σε κανένα μαθητικό συμβούλιο, κάτι το οποίο έμαθα εκ των υστέρων από φίλους μου. Η τότε μαθητική παράταξη της Δεξιάς, είχε δώσει γραμμή να μην με ψηφίζουν.
Όταν ο πατέρας σας αποφάσισε να διεκδικήσει την προεδρία, σας ρώτησε ή το ανακοίνωσε ως τετελεσμένο;
Το Πάσχα του ’87, το τελευταίο που περάσαμε όλοι μαζί ως οικογένεια, βρισκόμασταν στο πατρικό της μητέρας μου, στην Πάφο. Εκεί μας μάζεψαν με τη μητέρα μου, για να μας ανακοινώσουν την απόφασή τους. Μας εξήγησαν τι θα σήμαινε αυτό για τη ζωή της οικογένειας και ρώτησαν αν είχαμε αντιρρήσεις. Φυσικά τότε δεν ένιωθα ότι είχα άποψη, το έκαναν όμως, για να μας δείξουν ότι η γνώμη των παιδιών τους μετρούσε.

Η ήττα του 93, οι σπουδές στην Αμερική και η επιστροφή
Μπήκατε στο Προεδρικό Μέγαρο δεκατριών χρονών και λίγο πριν κλείσετε τα δεκαοχτώ, φύγατε στην Αμερική για σπουδές. Ήταν το εισιτήριο για την ελευθερία σας;
Εκείνα τα τέσσερα χρόνια στη Βοστώνη ένιωσα τη μεγαλύτερη ελευθερία της ζωής μου. Ακόμη αναπολώ τις στιγμές της πραγματικής ελευθερίας που ζούσα τότε. Έκτοτε, δεν ένιωσα ξανά τόσο ελεύθερη.
Στο μεταξύ, γίνονται οι εκλογές του 93, με τον πατέρα σας να χάνει. Ήσασταν εδώ εκείνες τις ημέρες;
Τον Φεβρουάριο του 93, τη δεύτερη Κυριακή, επέστρεψα Κύπρο, γιατί μου είχαν πει ότι ο πατέρας μου ξαναβγαίνει Πρόεδρος, και έπρεπε να είμαι εδώ. Ήρθα Παρασκευή, κάναμε τα γενέθλιά μου, γιατί πάντα οι εκλογές πέφτουν τις ημέρες των γενεθλίων μου, και έφυγα την επομένη των εκλογών, τη Δευτέρα.
Τι θυμάστε από εκείνη την Κυριακή;
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που είχα βιώσει στα δεκατρία μου. Ήταν σαν ελεύθερη πτώση. Παρακολουθούσαμε τα αποτελέσματα από τα family rooms, και όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία και αντιληφθήκαμε ότι έχασε, κλαίγαμε όλοι μαζί, ακόμη και ο πατέρας μου, που δεν είχε κλάψει ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Πολύ στενόχωρη μέρα.

Και την επόμενη μέρα φύγατε για Βοστώνη;
Την επόμενη μέρα έπρεπε να φύγω από την Κύπρο και από το «σπίτι» που είχα ζήσει τα προηγούμενα πέντε χρόνια της ζωής μου.
Ήταν δύσκολη η επιστροφή;
Η επιστροφή όχι, δύσκολη ήταν η διαδρομή μέχρι την Αμερική.
Δηλαδή;
Ο πατέρας μου τότε είχε αρνηθεί να φέρει φοιτητές από το εξωτερικό να ψηφίσουν, οπότε στην επιστροφή ταξίδευα σε ένα αεροπλάνο γεμάτο φοιτητές της δεξιάς παράταξης. Όταν με αναγνώρισαν, ξεκίνησαν να μου φωνάζουν ότι τελείωσε ο χρόνος των κομμουνιστών στην εξουσία και πως τώρα ήρθε η σειρά τους. Με την επιστροφή μου στη Βοστώνη, ξαναβρήκα και πάλι τον εαυτό μου.
Σκεφτήκατε ποτέ να μείνετε μόνιμα στο εξωτερικό, μακριά από όλα αυτά;
Πάντα ήθελα να δουλέψω και να ζήσω περισσότερα χρόνια στο εξωτερικό.
Γιατί δεν το κάνατε;
Διότι δεν με άφησαν. Ξέρω, μπορεί να ακούγεται κάπως παιδική δικαιολογία, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Εκείνη την εποχή το ΚΕΜΑ ήταν πολύ επιτυχημένο και ο πατέρας μου ήταν της φιλοσοφίας ότι η πρακτική εξάσκηση αξίζει όσο χίλια πανεπιστήμια. Οπότε, αφού πήρα το πτυχίο μου, με πίεσε να επιστρέψω και να δουλέψω μαζί του.
Έγινε το ίδιο και με τα αδέρφια σας;
Όχι. Και τα δύο αδέρφια μου έκαναν μεταπτυχιακά και εργάστηκαν στο εξωτερικό.
Μετανιώσατε που επιστρέψατε;
Σε σχέση με τη δουλειά όχι, γιατί τα δέκα χρόνια που εργάστηκα στο ΚΕΜΑ, ήταν ένα πραγματικό σχολείο. Και επειδή εκείνη την εποχή ταξίδευα συνέχεια στο εξωτερικό για να βλέπω πελάτες, δεν είχα ιδιαίτερη επαφή με την κυπριακή πραγματικότητα.
Σε σχέση με εσάς;
Με ενοχλεί που δεν το τόλμησα. Πριν από έναν χρόνο, μού είχε πει ο πατέρας μου, με πολλή αγάπη, ότι η επιστροφή μου στην Κύπρο ήταν από τα καλύτερα πράγματα που έκανε στη ζωή του, γιατί το ότι ήμουν κοντά του τού έδινε πολλή χαρά. Για μένα, όμως, παραμένει ένα ανεκπλήρωτο όνειρο.

Το τέλος του ένωσε ξανά την Κύπρο
Στο άκουσμα της αναγγελίας θανάτου του πατέρα σας, είδαμε ένα τεράστιο κύμα αγάπης να ξεδιπλώνεται. Το περιμένατε αυτό;
Ήξερα ότι ήταν αγαπητός, αλλά αυτό που έγινε δεν νομίζω να το περίμενε κανείς μας. Εκείνες τις ημέρες ένιωσα όπως τότε, στο συλλαλητήριο, έντονο το αίσθημα ενότητας, αισιοδοξίας, περηφάνιας και αγάπης. Ήταν αυτό που άξιζε στον πατέρα μου για το τέλος.
Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη του Γιώργου Βασιλείου;
Η μητέρα μου ανέφερε πρόσφατα πως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του είναι η Δημοκρατία. Εγώ θα προσθέσω ότι ήταν ο μόνος που κατάφερε να «ενώσει» την Κύπρο και να μας κάνει, ίσως για μοναδική φορά, να νιώσουμε περήφανοι ως Κύπριοι.










