Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση ιατρού, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που τον έκρινε υπεύθυνο για ιατρική αμέλεια κατά τη διενέργεια ενδοσκοπικής δισκεκτομής σε ασθενή το 2007, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση πάρεσης στα κάτω άκρα της ασθενούς.
Η υπόθεση αφορούσε χειρουργική επέμβαση ενδοσκοπικής δισκεκτομής που πραγματοποιήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2007. Την ίδια ημέρα κρίθηκε αναγκαία και δεύτερη, ανοικτή επέμβαση πεταλεκτομής, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπλοκές που προέκυψαν μετά την πρώτη επέμβαση. Για τη δεύτερη επέμβαση δεν αποδόθηκε ευθύνη στον ιατρό, καθώς, σύμφωνα με τη μαρτυρία ειδικών, ήταν αναγκαία και έπρεπε να γίνει άμεσα, ώστε να αποτραπεί μη αναστρέψιμη βλάβη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι η πρώτη επέμβαση ήταν αχρείαστη και ότι ο ιατρός δεν ενημέρωσε επαρκώς την ασθενή για τις πιθανότητες επιτυχίας και τους κινδύνους. Επιπλέον, έκρινε ότι κατά τη διάρκειά της τραυμάτισε αμελώς τον μηνιγγικό σάκο και τα νεύρα που περιέχονται σε αυτόν, προκαλώντας πάρεση των κάτω άκρων.
Η ασθενής αντιμετώπιζε από το 2006 ενοχλήσεις στη μέση και είχε υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία, βάσει της οποίας της είχε συσταθεί συντηρητική θεραπεία. Όταν επισκέφθηκε τον εφεσείοντα το 2007, εκείνος, μελετώντας την ίδια απεικονιστική εξέταση, έκρινε ότι η κατάσταση ήταν σοβαρή και πρότεινε χειρουργική επέμβαση.
Το Ανώτατο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς στηρίχθηκε στη μαρτυρία δύο γιατρών, ενός ορθοπεδικού χειρουργού σπονδυλικής στήλης και ενός νευροχειρουργού, αποδεχόμενο ότι δεν υπήρχε κήλη δίσκου που να δικαιολογεί ενδοσκοπική δισκεκτομή. Αντίθετα, από τη μαγνητική τομογραφία προέκυπταν εκφυλιστικές αλλοιώσεις και ήπιες προβολές δίσκου, οι οποίες, σύμφωνα με τους ειδικούς, αντιμετωπίζονταν με άλλες θεραπευτικές μεθόδους.
Οι ισχυρισμοί του ιατρού περί επιπλοκής άγνωστης αιτίας και περί αρρύθμιστου διαβήτη της ασθενούς απορρίφθηκαν, ενώ το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε λόγο παρέμβασης στα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επανέλαβε ότι το εφετείο παρεμβαίνει σπάνια σε τέτοια ζητήματα, εκτός εάν τα ευρήματα είναι προδήλως αυθαίρετα ή παράλογα, κάτι που δεν ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση.
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι υπήρχαν «σκοπιμότητες» ή ανταγωνιστικές σχέσεις που επηρέασαν τη μαρτυρία των ιατρών που κατέθεσαν υπέρ της ασθενούς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά τις όχι άριστες σχέσεις μεταξύ των ιατρών, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αξιολογήσει επαρκώς όλα τα δεδομένα πριν αποδεχθεί τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη.
Σε ό,τι αφορά την υποχρέωση ενημέρωσης, το Ανώτατο επικύρωσε τη διαπίστωση ότι ο ιατρός παρέλειψε να ενημερώσει την ασθενή για τις προοπτικές επιτυχίας και τους κινδύνους της επέμβασης, όπως επιβάλλει η νομοθεσία περί δικαιωμάτων των ασθενών. Τόνισε δε ότι η υποχρέωση αυτή δεν αναιρείται ακόμη και αν ο ασθενής εμφανίζεται αποφασισμένος να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.
Το Δικαστήριο απέρριψε και τους λόγους έφεσης που αφορούσαν την επιδίκαση εξόδων για μετάβαση της ασθενούς στο ιατρικό κέντρο Hadassah στο Ισραήλ το 2008 και το 2010. Έκρινε ότι, δεδομένης της σοβαρότητας της κατάστασής της, ήταν εύλογο να αναζητήσει περαιτέρω εξειδικευμένη ιατρική γνώμη και ότι τα σχετικά έξοδα αποδείχθηκαν με τα προσκομισθέντα τεκμήρια.
Καταληκτικά, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και επιδικάστηκαν έξοδα €4.500 πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα.


