Έκκληση να μην στοχοποιούνται οι κτηνίατροι που εφαρμόζουν υποχρεωτικά τις ευθανασίες ζώων σε μονάδες όπου εντοπίζονται κρούσματα αφθώδους πυρετού απηύθυνε τη Δευτέρα σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Κτηνιατρικού Συλλόγου, Δημήτρης Επαμεινώνδας.
«Η θανάτωση όλων των ζώων σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλλεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία και δεν υπάρχει λιγότερο επώδυνη εναλλακτική», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, με βάση τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, εάν εντοπιστεί ακόμη και ένα θετικό ζώο σε μια μονάδα, πρέπει να θανατωθεί ολόκληρη η μονάδα. Ανέφερε ότι η θανάτωση επιβάλλεται όταν συντρέχει μία από τρεις προϋποθέσεις: «να έχει κλινικά συμπτώματα», «να είναι εργαστηριακά επιβεβαιωμένο το κρούσμα» ή «να υπάρχει επιδημιολογική σύνδεση με περιστατικά αφθώδους».
Σε ερώτηση γιατί η μαζική θανάτωση αφορά και υγιή ζώα που βρίσκονται στην ίδια μονάδα, ο κ. Επαμεινώνδας απάντησε ότι «ακριβώς έτσι λέει ο κανονισμός». Πρόσθεσε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι ιδιαίτερα αυστηρή στο συγκεκριμένο θέμα και, όπως είπε, είναι «ο πιο αυστηρός κανονισμός σε σχέση με όσα προβλέπονται διεθνώς», καθώς «έρχεται σε αντίθεση με τα διεθνή πρότυπα του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων».
Αναφερόμενος στον προληπτικό εμβολιασμό, είπε ότι δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη θανάτωση, καθώς στόχος του είναι «να περιοριστεί η μεταδοτικότητα του νοσήματος». Όπως ανέφερε, «ακόμη και εμβολιασμένο ζώο, εάν βρεθεί θετικό, τότε πρέπει να γίνει η θανάτωση».
Ερωτηθείς γιατί επιλέγεται η θανάτωση ως μέτρο αντιμετώπισης, ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Κτηνιατρικού Συλλόγου είπε ότι ο ιός μπορεί να αποβάλλεται από το ζώο για τέσσερις έως έξι μήνες μετά την έκθεση, με αποτέλεσμα να παραμένει ενεργή εστία μόλυνσης.
Όπως ανέφερε, «αν παραμένει μια εστία μόλυνσης του ιού», τότε το θετικό ζώο «μπορεί να μολύνει για 4 με 6 μήνες μετά, ενώ υπάρχει κίνδυνος ο ιός να μεταφερθεί παρακάτω είτε με τον αέρα, είτε με μηχανήματα, είτε με οτιδήποτε άλλον τρόπο και να επηρεάσει και άλλες μονάδες». «Γι’ αυτό λαμβάνονται αυτά τα ακραία μέτρα», πρόσθεσε.
Κληθείς να σχολιάσει αν υπάρχει σήμερα λιγότερο επώδυνη εναλλακτική, ο κ. Επαμεινώνδας είπε ότι «δυστυχώς» δεν υπάρχει προς το παρόν, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι αναμένεται προσπάθεια να εξεταστεί τι μπορεί να γίνει ειδικά για την περίπτωση της Κύπρου.
Όπως σημείωσε, η Κύπρος βρίσκεται σε ιδιόμορφη κατάσταση λόγω της συγκέντρωσης μεγάλων πληθυσμών ζώων σε μικρές γεωγραφικές περιοχές, αλλά και λόγω του μεγάλου μήκους της Πράσινης Γραμμής, η οποία, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να ελεγχθεί στο 100%. Πρόσθεσε ακόμη ότι υπάρχει και η πιθανότητα μετάδοσης μέσω των κατεχομένων, όπου είχαν εντοπιστεί κρούσματα αφθώδους πυρετού από τον Δεκέμβριο.
Παρά τα ιδιαίτερα αυτά δεδομένα, είπε ότι «η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν διαφοροποιεί περιπτώσεις και παραμένει άκαμπτη, αφού προβλέπει ότι, εφόσον εντοπιστεί κρούσμα, εφαρμόζονται τα συγκεκριμένα μέτρα». Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι «δεν θα έπρεπε να είναι τόσο άκαμπτη», σημειώνοντας πως οι οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων είναι «πιο ευέλικτες» από όσα προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Σε μήνυμά του προς τους κτηνοτρόφους και το κοινό, ο κ. Επαμεινώνδας ανέφερε ότι οι κτηνίατροι είναι υποχρεωμένοι από τη νομοθεσία να προχωρούν στις ευθανασίες, παρότι, όπως είπε, «κανένας από τους συναδέλφους δεν θέλει να συμμετέχει σε αυτό το πράγμα που ονομάζεται ευθανασία». Όπως τόνισε, «δεν έχουμε σπουδάσει για να σκοτώνουμε ζώα, έχουμε σπουδάσει για να θεραπεύουμε ζώα».
Απηύθυνε, παράλληλα, έκκληση να υπάρξει κατανόηση και ψυχραιμία, υπογραμμίζοντας ότι οι κτηνίατροι «δεν είμαστε εχθροί των κτηνοτρόφων, αλλά αντίθετα έχουμε επιστρατευτεί από την πρώτη στιγμή, με εμβολιασμούς και εφαρμογή της νομοθεσίας, προσπαθώντας να περιορίσουμε τη νόσο».
«Καλό θα ήταν να μην στοχοποιούμαστε», είπε, προσθέτοντας πως «η κατάσταση κρίσης θέλει ηρεμία και να ακολουθούμε οδηγίες».
ΚΥΠΕ










