Για μεγάλο και δύσκολο γρίφο που καλείται να αντιμετωπίσει η Κυπριακή Δημοκρατία αναφορικά με τη διαχείριση του αφθώδους πυρετού έκανε λόγο σε δηλώσεις του το μέλος του Παγκύπριου Κτηνιατρικού Συλλόγου, Μάριος Χριστοφόρου, σημειώνοντας πως από τη στιγμή που γίνονται οι εισαγωγές ζωοτροφών στα κατεχόμενα από την Τουρκία, όπου ο αφθώδης πυρετός είναι ενδημικός, πάντα θα γίνεται η εισαγωγή του νοσήματος.
Πρόσθεσε ότι εφόσον οι Τουρκοκύπριοι θέλουν να παράγουν ευρωπαϊκό προϊόν, το οποίο λέγεται χαλλούμι-χελλίμ, ή θα πρέπει να αποφασίσουν να σταματήσουν την εισαγωγή των ζωοτροφών ή θα πρέπει να βρεθεί ένα ειδικό καθεστώς για την Κύπρο λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης.
Ερωτηθείς πώς θα μπορούσε να προληφθεί η εξάπλωση του ιού και ποιοι είναι οι καλύτεροι τρόποι αντιμετώπισης, ο κ. Χριστοφόρου είπε ότι τα κρούσματα ξεκίνησαν από τον Δεκέμβριο, από την περιοχή του Τρικώμου, όπου μέσω Τουρκοκύπριων κτηνιάτρων ενημερώθηκαν οι Ελληνοκύπριοι συνάδελφοί τους ότι υπήρχε αυτή η έξαρση.
«Η αιτία φαίνεται ότι είναι εισαγωγή ζωοτροφών από την Τουρκία και μάλιστα ο σύνδεσμος των ιδιωτών Τουρκοκυπρίων κτηνιάτρων είχε αντιδράσει έντονα στην εισαγωγή αυτών των ζωοτροφών, για οικονομικούς όμως λόγους και επειδή η τουρκική λίρα ήταν πιο χαμηλή σχέση με τον Ευρώ, ήταν πολύ πιο συμφέρουσα η εισαγωγή από την Τουρκία και οδήγησε σε αυτή την έξαρση του αφθώδη», σημείωσε στη συνέχεια.
Προσέθεσε πως τα πρώτα μέτρα που προσπάθησαν να λάβουν οι τοπικές σχετικές «υπηρεσίες» σε συνεργασία με όλους τους φορείς ήταν αυξημένα μέτρα βιοσφάλειας, καθότι εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπεται εμβολιασμός.
«Οπότε βασικά προσπάθησαν με μέτρα βιοσφάλειας και με κάποιες δειγματοληψίες να αποφύγουν τη διασπορά του ιού. Δυστυχώς φαίνεται ότι τα νοσήματα, τα ζώα και οι διακινήσεις δεν έχουν σύνορα και έγινε κάπως εισαγωγή του νοσήματος σε κάποιες φάρμες. Είναι και αερογενούς μορφής οπότε δεν είναι εύκολη η διαχείριση ενός νοσήματος τόσο υψηλής μολυσματικότητας, δηλαδή που να μεταδίδεται εύκολα και σε μεγάλο αριθμό ζώων», συμπλήρωσε.
Σε ερώτηση τι προβλέπουν οι κανονισμοί της ΕΕ, ο κ. Χριστοφόρου επανέλαβε ότι εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπονται εμβολιασμοί.
«Εντός ΕΕ το στάτους είναι FMD-free», εξήγησε στη συνέχεια. «Δυστυχώς η Κύπρος είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση διότι ένα κομμάτι της Κύπρου θα εμβολιάσει και θα συνεχίζει να εισάγει τροφές και σανό από μολυσμένη περιοχή και το άλλο θα προσπαθήσει να είναι απαλλαγμένο. Είναι πολύ δύσκολο αυτό στην Κύπρο», σημείωσε.
Ερωτηθείς για τα πρώτα μέτρα που λαμβάνονται σε περιπτώσεις όπου έχει εντοπιστεί μια τέτοια νόσος, ο κ. Χριστοφόρου απάντησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συστήνει άμεση θανάτωση των μολυσμένων κοπαδιών που εμφανίζουν κλινικά συμπτώματα και δίνει την επιλογή να εμβολιάσεις μια ζώνη για να μειώσεις την εξάπλωση του νοσήματος και μετά κάποια στιγμή πρέπει να απαλλαγείς.
«Ο γρίφος που έχει να αντιμετωπίσει η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ότι τα κατεχόμενα θα εμβολιάσουν και θα υπάρχει το ρίσκο. Δηλαδή από τη στιγμή που γίνονται οι εισαγωγές ζωοτροφών από την Τουρκία, όπου ο αφθώδης πυρετός είναι ενδημικός, πάντα θα γίνεται η εισαγωγή του νοσήματος. Οπότε είναι πολύ μεγάλος και δύσκολος γρίφος η Κύπρος», υπογράμμισε.
Προσέθεσε ότι εφόσον οι Τουρκοκύπριοι θέλουν να παράγουν ευρωπαϊκό προϊόν, το οποίο λέγεται χαλλούμι-χελλίμ, ή θα πρέπει να αποφασίσουν να σταματήσουν την εισαγωγή των ζωοτροφών ή θα πρέπει να βρεθεί ένα ειδικό καθεστώς για την Κύπρο λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης.
Σε ερώτηση αν τα προϊόντα που παράγονται αυτή τη στιγμή, όπως το χαλλούμι, μπορεί να τεθούν κάποια στιγμή υπό περιορισμό, ο κ. Χριστοφόρου απάντησε αρνητικά.
«Προσπαθούμε να αυτό να το εξασφαλίσουμε. Επειδή για το χαλλούμι το γάλα παστεριώνεται και μετά ζεσταίνεται δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο και επίσης δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο και η δημόσια υγεία», κατέληξε.
ΚΥΠΕ









