Έγκυροι οικονομικοί αναλυτές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη συμφωνούν ότι ο παράγοντας που περισσότερο από όλους επηρεάζει ή και ανατρέπει αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ είναι η πορεία της Wall Street και ευρύτερα οι χρηματιστηριακές αγορές. Όχι οι αντιδράσεις άλλων κυβερνήσεων ή της παγκόσμιας κοινής γνώμης.
Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε και τη (δύσκολη) εβδομάδα που μας πέρασε, καθώς οι αναλυτές συνδέουν την απόφαση Τραμπ να προβεί σε μερική αναδίπλωση και να «τραβήξει πίσω» την απειλή για επιβολή πρόσθετων δασμών σε οκτώ χώρες της Ευρώπης, στην κατρακύλα των αμερικανικών μετοχών στη Wall Street από Δευτέρα μέχρι και Τετάρτη, παρά στην αντίδραση των χωρών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Όμως, επισημάνθηκε εκτενώς σε διεθνή ενημερωτικά δίκτυα πως τον Αμερικανό πρόεδρο και τους στενούς του συνεργάτες ανησύχησαν έντονα και τα δημοσιεύματα για μαζικές πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων από επιχειρηματικούς ομίλους και επενδυτικά ταμεία στην Ευρώπη, ιδιαίτερα σε χώρες της βόρειας Ευρώπης.
Το βράδυ της Πέμπτης μεταδόθηκε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ απείλησε με «σκληρά αντίποινα» εάν οι ευρωπαϊκές χώρες ή ευρωπαϊκοί οργανισμοί και ταμεία αρχίσουν να πωλούν ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου ή μετοχές αμερικανικών ομίλων, με σκοπό να ασκήσουν πίεση στην Ουάσινγκτον για την πολιτική της στα θέματα των δασμών και της Γροιλανδίας.
«Εάν συνέβαινε αυτό (σ.σ. πώληση ομολόγων και πακέτων μετοχών), θα επιβάλλαμε σκληρά αντίποινα και έχουμε όλα τα ατού στα χέρια μας για να το κάνουμε» είπε ο κ. Τραμπ σε συνέντευξη που παραχώρησε στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox Business από το Νταβός όπου βρέθηκε την Τετάρτη και την Πέμπτη.
Οι ανακοινώσεις συνταξιοδοτικών ταμείων
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ επισήμανε εύστοχα ότι η προειδοποίηση Τραμπ έγινε μετά που η κρίση με αντικείμενο τη Γροιλανδία, σε συνδυασμό με τις απειλές του Τραμπ εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ, προκάλεσε αναταραχή στις αμερικανικές αγορές, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης των ομολόγων, την οποία παρακολουθεί στενά ο Λευκός Οίκος.
Σημαντικό είναι όμως να αναφερθεί πως η ανησυχία Τραμπ για πιθανό… ξεπούλημα ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου εκφράστηκε δημόσια λίγες ώρες μετά που διεφάνη πως η κρίση για τη Γροιλανδία όδευε προς αποκλιμάκωση, χωρίς οι επιδόσεις των χρηματιστηρίων διεθνώς να επιστρέφουν σε φυσιολογικά επίπεδα.
Αυτό που επιπρόσθετα προκάλεσε αναστάτωση στο οικονομικό επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ ήταν τα δημοσιεύματα για απαλλαγή συνταξιοδοτικών ταμείων στις σκανδιναβικές χώρες από τα αμερικανικά ομόλογα που διαθέτουν.
– Ειδικότερα, την Τρίτη, το ταμείο AkademikerPension, με έδρα τη Δανία, ανακοίνωσε ότι πούλησε όλα τα αμερικανικά ομόλογα που κρατούσε, θεωρώντας ότι «η δημοσιονομική κατάσταση στις ΗΠΑ δεν είναι υγιής».
– Ένα άλλο δανέζικο ταμείο, το Pensionskasse (PBU), δήλωσε μέσω εκπροσώπου του στο τηλεοπτικό κανάλι TV2 ότι πουλά και αυτό τους τίτλους του αμερικανικού δημοσίου.
– Την Τετάρτη, ένα μεγάλο συνταξιοδοτικό ταμείο της Σουηδίας, το Alecta, ανακοίνωσε ότι έχει ήδη πωλήσει το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών ομολόγων που διέθετε, λόγω της «τρωτότητας της αμερικανικής οικονομίας».
Όπως επισημαίνεται σε ευρωπαϊκά και αμερικανικά ΜΜΕ, οι ευρωπαϊκές χώρες που είναι μέλη του ΝΑΤΟ διαθέτουν, όλες μαζί, περισσότερα από 2 τρισ. δολάρια σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου. Το ποσό ανεβαίνει στα 3 τρισ., αν συμπεριληφθεί και ο Καναδάς. Παράγοντας που προφανώς δεν μπορεί να αγνοήσει ο κ. Τραμπ, εξού και οι προειδοποιήσεις του για οικονομικά αντίποινα σε περίπτωση που διαπιστωθεί μαζική ή συντονισμένη πώληση αμερικανικών ομολόγων.
Τάση για αποεπενδύσεις
Παρά την απειλή Τραμπ για αντίποινα, το Reuters μετέδωσε το βράδυ της Πέμπτης εκτενές και αποκαλυπτικό ρεπορτάζ, σύμφωνα με το οποίο οι μεγάλοι επενδυτές σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικοί για τους κινδύνους που ενέχει η διακράτηση αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων ενόψει των γεωπολιτικών εντάσεων. Αυτό, κατά το Reuters, συνιστά ένδειξη για διευρυνόμενη τάση αποστασιοποίησης Ευρωπαίων επενδυτών από την αμερικανική χρηματοπιστωτική αγορά.
Το πρακτορείο ανέφερε ότι ένας κορυφαίος επενδυτικός σύμβουλος, τρία συνταξιοδοτικά ταμεία και ένας φορέας του κλάδου δήλωσαν ότι το ασφάλιστρο κινδύνου που συνδέεται με την κατοχή αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων έχει αυξηθεί εν μέρει, λόγω ανησυχιών για τα οικονομικά δεδομένα που διαμορφώνονται στις ΗΠΑ, παρά την ωραιοποίηση της κατάστασης που επιχείρησε ο πρόεδρος της χώρας μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, την Τετάρτη.
Ηγέτες του κλάδου των συντάξεων και επικεφαλής επενδύσεων από τη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Δανία δήλωσαν στο Reuters ότι θεωρούν την αβεβαιότητα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και τα επίπεδα χρέους του Λευκού Οίκου ως απειλή για το δολάριο, τα αμερικανικά ομόλογα και τις μετοχές.
Οι χώρες της Σκανδιναβίας φιλοξενούν μερικά από τα μεγαλύτερα συνταξιοδοτικά ταμεία της Ευρώπης, με βάση τα περιουσιακά τους στοιχεία. Στο ρεπορτάζ επισημαίνεται δύο σκανδιναβικά συνταξιοδοτικά ταμεία, το σουηδικό Alecta και το δανέζικο AkademikerPension, ανακοίνωσαν ότι πούλησαν ή βρίσκονται στη διαδικασία πώλησης των αμερικανικών ομολόγων τους.
«Κάνουμε πολλές συζητήσεις (με πελάτες) σχετικά με το αν είναι καιρός να απομακρυνθούμε από τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία», δήλωσε ο Van Luu, παγκόσμιος επικεφαλής στρατηγικής λύσεων, σταθερού εισοδήματος και συναλλάγματος στη Russell Investments, η οποία συμβουλεύει συνταξιοδοτικά προγράμματα. «Περίπου το 50% από αυτούς σκέφτονται αν θα πρέπει να κάνουν κάτι γι’ αυτό», ειδικά οι πελάτες από τη Βόρεια Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των Σκανδιναβικών χωρών και των Κάτω Χωρών, είπε. Η Russell, με έδρα το Σιάτλ, συμβουλεύει πελάτες με περιουσιακά στοιχεία ύψους 1,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και διαχειρίζεται άμεσα 636 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ασχέτως πολιτικών εξελίξεων…
Το Reuters γράφει πως οι αμερικανικές μετοχές διαπραγματεύονται κοντά σε ιστορικά υψηλά, αλλά η αβεβαιότητα στην πολιτική των ΗΠΑ έχει ασκήσει πιέσεις στο δολάριο, το οποίο υποχώρησε κατά 10% έναντι των κυριότερων νομισμάτων πέρυσι, εν μέσω αυξήσεων δασμών και άλλων πολιτικών, και οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών ομολόγων διαπραγματεύονται περίπου στο 4,9%, κοντά στα επίπεδα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Ο δημόσιος χαρακτήρας της συζήτησης για τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία είναι ασυνήθιστος για τους επενδυτές, οι οποίοι συνήθως αποφεύγουν να σχολιάζουν τυχόν αλλαγές που μπορεί να συνδέονται με την επικαιρότητα. Οι μακροπρόθεσμες επενδυτικές τους αποφάσεις τείνουν να μην λαμβάνουν υπόψη τα στιγμιαία γεγονότα.
«Όλη αυτή η αναταραχή εγείρει ορισμένα ερωτήματα σχετικά με το πόσο εκτεθειμένοι θα πρέπει να είστε στις ΗΠΑ… αυτό αξιολογούν επαγγελματικά τα μέλη μας», δήλωσε ο Τομ Βάιλ Γιένσεν, αναπληρωτής διευθυντής του εμπορικού φορέα Ασφαλίσεων και Συντάξεων Δανίας.
Ενώ η αβεβαιότητα στην πολιτική των ΗΠΑ αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων, τα funds δήλωσαν ότι δεν θα αποσύρουν κεφάλαια για πολιτικούς λόγους. «Σίγουρα δεν υπάρχει εργαλειοποίηση του κεφαλαίου. Δεν είναι δουλειά του τομέα μας να το κάνει αυτό», δήλωσε ο Vile Jensen.
Ο παράγοντας «ασφάλιστρο κινδύνου»
Οι ΗΠΑ παραμένουν μια αγορά προσιτή για επενδύσεις, αλλά το ασφάλιστρο κινδύνου τους «συνέχισε να αυξάνεται», δήλωσε η Άνικα Έκμαν, Αντιπρόεδρος Επενδύσεων στην φινλανδική Ilmarinen, η οποία διαχειρίζεται λίγο πάνω από 65 δισεκατομμύρια ευρώ (76,1 δισεκατομμύρια δολάρια).
Ο φινλανδικός πάροχος συντάξεων Veritas τηρεί τις επενδυτικές του εντολές, αλλά η αβεβαιότητα στην πολιτική των ΗΠΑ αποτελεί κίνδυνο για το δολάριο, δήλωσε η CIO Laura Wickstrom. «Όσο υψηλότερη είναι η απρόβλεπτη κατάσταση, τόσο πιο δύσκολο είναι το περιβάλλον», είπε.
Η αβεβαιότητα στην πολιτική των ΗΠΑ έχει επίσης συμβάλει στην προσέλκυση περιουσιακών στοιχείων όπως ο χρυσός. Η Folksam, μία από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες της Σουηδίας, δήλωσε στο Reuters ότι πούλησε τα αμερικανικά ομόλογα του 2024 εν μέρει για να μειώσει τους κινδύνους ενόψει των αμερικανικών εκλογών.
«Υπάρχουν πολλές συζητήσεις αυτή τη στιγμή, αλλά προς το παρόν πιστεύω ότι πρέπει να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας», δήλωσε ο Γιόνας Θούλιν, CIO στην AP3 της Σουηδίας, η οποία διαχειρίζεται περίπου 61 δισεκατομμύρια δολάρια σε συνταξιοδοτικά περιουσιακά στοιχεία.










