Ο θάνατος είναι ένα τέλος. Μπορείς να τον θρηνήσεις. Μέσα από τη στάχτη της καταστροφής μπορείς να ξαναχτίσεις. Την αβεβαιότητα της απουσίας όμως δεν μπορείς να την κοιμήσεις. Έτσι και στην Κύπρο του 1974, ο χρόνος σταμάτησε. Δεν σταμάτησε στα χαρακώματα, στο πεδίο της μάχης, στα κατεστραμμένα σπίτια, στους θανάτους και στους βιασμούς. Σταμάτησε στις ζωές εκείνων που αγνοούνται, και των αγαπημένων τους που συνεχίζουν να τους αναζητούν. Ο πόνος και η αναμονή δημιούργησαν έναν χρόνο στρεβλό, σαν ξηρό, μα αθάνατο ρυάκι. Χρόνος υπό το πρίσμα της αιωνιότητας.
Στις 20 Ιουλίου 1974, σε μια τουρκική φυλακή, ο Billy Hayes, ένας νεαρός Αμερικανός, μετρούσε τις μέρες της δικής του αιχμαλωσίας για ένα παράνομο ταξίδι με ναρκωτικά. Η δική του ιστορία είχε τέλος. Δραπέτευσε, πέρασε τα ελληνικά σύνορα και από εκεί επέστρεψε στην πατρίδα του. Η εμπειρία του έγινε βιβλίο και τελικά ταινία, το Midnight Express του 1978. Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία, κέρδισε Όσκαρ και χάραξε στη συλλογική μνήμη μια σκληρή εικόνα των τουρκικών φυλακών.
Η Κύπρος από την άλλη δεν είχε ανάπαυλα. Για τις οικογένειες των αγνοουμένων δεν υπήρχε «μετά». Υπήρχαν μόνο φήμες, μαρτυρίες, ψίθυροι για στρατόπεδα, πόλεις και φυλακές. Ανάμεσά τους και τα Άδανα. Τίποτα βέβαιο. Μόνο η ανάγκη να πιστέψεις ότι ο άνθρωπός σου ζει κάπου. Ότι περιμένει. Ότι μπορεί να σωθεί.
Το 1979, πέντε χρόνια μετά την εισβολή, η απόγνωση έφτασε μέχρι το Χόλιγουντ. Στο αρχείο του Άνδρου Νικολαΐδη, τότε μέλους της διπλωματικής αποστολής στην Ουάσινγκτον, διασώζεται ένα έγγραφο. Μια προσπάθεια εντοπισμού του Billy Hayes, με την ελπίδα ότι ο άνθρωπος που είχε βιώσει τη σκληρότητα των τουρκικών φυλακών θα γνώριζε κάτι για τους αγνοούμενους της Κύπρου.
Το έγγραφο αποκαλύπτει πολλά. Ο Hayes κρυβόταν ακόμη και στη χώρα του, φοβούμενος μήπως οι Τούρκοι τον εντοπίσουν. Είχε ακούσει για Κύπριους αιχμαλώτους που είχαν μεταφερθεί στα Άδανα, χωρίς όμως να γνωρίζει την τύχη τους. Παρ’ όλα αυτά έδωσε τρία ονόματα Αμερικανών ισοβιτών που κρατούνταν εκεί, προσπαθώντας να προσφέρει ό,τι μπορούσε.
Η ταινία Midnight Express δέχθηκε κριτική για υπερβολή και δραματοποίηση, μέσα σε κλίμα ισχυρών τουρκικών πιέσεων προς τον συγγραφέα και τον σκηνοθέτη Oliver Stone. Οι ίδιοι μίλησαν αργότερα για τον φόβο που βίωσαν για δεκαετίες μετά την προβολή.
Για την κυπριακή κυβέρνηση όμως αυτά δεν ήταν απλώς αφήγημα ή κινηματογραφική υπερβολή. Ήταν μια κλωστή ελπίδας. Ένα μικρό νήμα από το οποίο μπορούσαν να πιαστούν. Ένα νήμα που ίσως έδινε πληροφορίες, ίσως έφερνε παρηγοριά. Και αυτή η ανάγκη, η αγωνία και η πίστη ήταν ισχυρότερες από τη λογική.
Μισό αιώνα μετά, το έγγραφο αυτό στάθηκε μπροστά μου. Την ταινία την είχα δει παιδί και με είχε συγκλονίσει. Δεν τόλμησα ποτέ να την ξαναδώ. Κι όμως, ακόμη και η ανάμνησή της αρκούσε για να με συνταράξει.
Το έγγραφο δεν φωνάζει. Δεν κατηγορεί. Μόνο θυμίζει ότι, σε μια συγκεκριμένη στιγμή του 1979, κάποιοι αρνούνταν να σταματήσουν να αναζητούν.
Η ιστορία του Billy Hayes έγινε ταινία. Η αφήγησή του ολοκληρώθηκε. Η παγκόσμια κοινότητα είδε την φυλακή και την απόδραση, αλλά, οι αγνοούμενοι της Κύπρου δεν δραπέτευσαν ποτέ από τη φυλακή της σιωπης. Γιατί εκεί όπου τελειώνει η ταινία, η Κύπρος μένει παγωμένη στο παρελθόν, στην αίθουσα αναμονής. Χωρίς τίτλους τέλους.
Το αρχείο του Άνδρου Νικολαϊδη φυλάσσεται στο Κέντρο Μελετών Τάσσος Παπαδόπουλος (Κ.Μ.Τ.Π.).
*Ερευνητής στο Κ.Μ.Τ.Π.


