Η παύση του τέως Πάφου Τυχικού και η προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια, αλλά και οι προτεινόμενες αλλαγές στο καταστατικό της Εκκλησίας, ώστε ο κάθε Μητροπολίτης να εκλέγεται πλέον από την Ιερά Σύνοδο, για να σταματήσουν οι καυγάδες μεταξύ του χριστεπώνυμου πληρώματος της Εκκλησίας της Κύπρου, έχουν τις ρίζες τους στα βάθη της ιστορίας της. Ιδιαίτερα στην εκκλησιαστική περιφέρεια της Πάφου.
Η αποπομπή Μητροπολιτών από την Πάφο, μετά από πολιτικο-θρησκευτικούς καυγάδες, είναι μέρος της ιστορίας της Μητρόπολης της οποίας ο εκάστοτε Μητροπολίτης είναι ο δεύτερος τη τάξει στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Κύπρου. Ουσιαστικά ο εκάστοτε Πάφου έχει ένα προνόμιο που οδηγεί στην ανώτατη ιεραρχική θέση, αυτή του Αρχιεπισκόπου όπως έγινε με τον Λεόντιος, τον Χρυσόστομο Α’, τον Χρυσόστομο Β’ και τον Γεώργιο.
Η έκπτωση Μητροπολιτών από την Πάφο δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για τους Παφίτες. Τουλάχιστον τρεις Μητροπολίτες της Πάφου εκδιώχθηκαν κατά την τελευταία εβδομηκονταετία: Φώτιος, Γεννάδιος και Τυχικός.
>Ο Φώτιος, κατά κόσμο Φρίξος Κουμίδης, (1911-1983) αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1934. Η ενθρόνισή του ως Πάφου έγινε το 1951, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, εκδιώχθηκε προσωρινά από την έδρα του, αλλά αποκαταστάθηκε το 1959.
>Ο Γεννάδιος αναδείχθηκε Μητροπολίτης Πάφου με την στήριξη και του Μακαρίου Γ’. Το 1972, με άλλους δύο ιεράρχες, τον Κυρηνείας Κυπριανό και τον Κιτίου Άνθιμο, αξίωσαν επίσημα από τον Μακάριο να παραιτηθεί από το αξίωμα του Προέδρου. Εκθρονίστηκε αρχικά και στη συνέχεια καθαιρέθηκε με τους άλλους δύο. Οκτώ χρόνια μετά μεταμελήθηκε και έλαβε συγχώρεση από την Ιερά Σύνοδο, χωρίς επάνοδο στο μητροπολιτικό θώκο.
Η εκδίωξη τριών Μητροπολιτών είχε στις δυο τουλάχιστον περιπτώσεις σχέση με τα πολιτικά τερτίπια που οδήγησαν σε νομολογία των δικαστηρίων, στην οποία δυο Αρχιδικαστές αποφάνθηκαν ότι τα πολιτικά δικαστήρια είναι αναρμόδια να ασχοληθούν με τις εκλογές Μητροπολιτών και ότι η Εκκλησία μεριμνά για τα του Οίκου της και κανένας άλλος.Αυτό όπως αναφέρθηκε σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου επί αγγλοκρατίας θα ισχύει στον αιώνα τον άπαντα, σύμφωνα με την άποψη ενός από τους δικηγόρους που αναμίχθηκαν στην υπόθεση της εκλογής του Πάφου Κλεόπα.Αυτοί που εξέδωσαν αυτή την ιστορική, κατά τα άλλα απόφαση, ήταν ένας Τούρκος δικαστής και ένας Έλληνας: Ο δικαστής Ζεκκιά και ο Νικόλαος Τζιάπρας Πιερίδης το 1948.
Όλα όσα ανέφερα έχουν σχέση με την ενεργό ανάμιξη του λαού της Πάφου στα της Εκκλησίας και ιδιαίτερα στις εκλογές Μητροπολιτών.Και αυτό γιατί ο λαός της Πάφου και ιδιαίτερα οι ψηφοφόροι στις Μητροπολιτικές εκλογές ήταν διασπασμένοι σε δυο παρατάξεις και έδιναν σκληρές μάχες για να επιβάλουν τη δική τους επιλογή.
Η εκλογική διαδικασία θα αλλάξει αν εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο, η πρόταση του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου για αλλαγές στο Καταστατικό της Εκκλησίας, και η εκλογή Μητροπολιτών γίνεται από την ίδια τη Σύνοδο.
Οι εκλογές Αρχιεπισκόπων και Μητροπολιτών από την εποχή της Αγγλοκρατίας και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1940 ήταν πολύ σημαντικές για την Εκκλησία.
Ο Αρχιεπίσκοπος, ως Εθνάρχης,την εποχή της αποικιοκρατίας, θεωρείτο ως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι Μητροπολίτες, τρεις τον αριθμό, (Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας κατά σειρά Ιεραρχίας) το Υπουργικό Συμβούλιο της Εκκλησίας. Από τις εκλογές αναδεικνύονταν οι ιεράρχες της Εθναρχούσας Εκκλησίας, η οποία διοικούσε τα πάντα όσο αφορά τον ελληνικό πληθυσμό της νήσου, καθώς η Εκκλησία έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή των Κυπρίων.
Η κρίση του 1948
Η πρώτη κρίση, στην ιστορία των μητροπολιτικών εκλογών στην Πάφο κατά την πρόσφατη ιστορία, ξέσπασε στα 1948, καθώς κατά τις εκλογές της 8ης Φεβρουαρίου για την ανάδειξη των ειδικών αντιπροσώπων, για την εκλογή του νέου Μητροπολίτη Πάφου, που θα διαδεχόταν τον Μητροπολίτη Λεόντιο, ο οποίος είχε εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος, συνέβη κάτι που θεωρήθηκε εκλογική νοθεία. Το σκάνδαλο συνίστατο στο γεγονός ότι η ηγεσία της Μητρόπολης Πάφου τότε επέτρεψε, μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας και την καταμέτρηση των ψήφων, σε ένα βαλτό ουσιαστικά παραπονούμενο ψηφοφόρο να ψηφίσει μόνος του στη Μητρόπολη Πάφου και όχι στην κάλπη και μετά που είχαν κλείσει οι κάλπες.
Επρόκειτο για τον ψηφοφόρο Χριστόδουλο Ιωάννου Ταμπουρατζή ή Λαουτάρη, ή Ταμπουρά, γιατί όπως παραπονέθηκε, τον είχαν εμποδίσει οι κομμουνιστές, να ψηφίσει στην Παναγιά.Ήταν μια θλιβερή όσο και αστεία υπόθεση που έκανε τους πάντες να γελούν μεν, αλλά και να αναμένουν με μεγάλο ενδιαφέρον την εξέλιξη της καθώς από αυτήν θα κρινόταν η εκλογή του Ηγουμένου Κύκκου Κλεόπα ως Μητροπολίτη Πάφου.
Η ιστορία έμεινε γνωστή ως «η ιπτάμενη ψήφος του Ταμπουρατζή» ή Ταμπουρά
Η ενέργεια της ηγεσίας της Μητρόπολης Πάφου, που πρόσκειτο στη δεξιά, ήταν σημαντική γιατί από την απόφαση της κρινόταν η εκλογή. Και η απόφαση συνίστατο στο εξής: Στην καταμέτρηση των ψήφων, οι δυο υποψήφιοι για τον θρόνο της Πάφου, Κλεόπας της Δεξιάς και Φρίξος Κουμίδης που υποστηριζόταν από μέρος της δεξιάς και ευρύτερα από την αριστερά είχαν εξασφαλίσει από 126 ψήφους. Όταν επετράπη στον Ταμπουρά να ψηφίσει στη Μητρόπολη, που τάχθηκε υπέρ του Κλεόπα, οι υποστηρικτές του εξασφάλισαν πλειοψηφία των γενικών αντιπροσώπων πράγμα που αποτελούσε αποφασιστικό βήμα στην ανάδειξη του ως του νέου Μητροπολίτη της Πάφου.Όπως ήταν φυσικό οι υποστηρικτές του αντιπάλου του Κλεόπα προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο ενώπιον των δικαστών Ζεκκιά (Πρόεδρος) και Νικολάου Τζιάπρα Πιερίδη.
Στη δίκη αναφέρθηκαν πολλά για τον τρόπο της ψηφοφορίας αλλά και τα δικαιώματα των πολιτικών δικαστηρίων να αναμιγνύονται στα εκκλησιαστικά θέματα.
Ο Ιωάννης Κληρίδης, δικηγόρος υποστηρικτών του αντιπάλου του Κλεόπα ανέφερε στη δίκη: «Δεν ζητώ από το Πολιτικόν Δικαστήριον να μεταβληθή εις Εκκλησιαστικόν, αλλά να εξετάση εάν οι πελάται του εστερήθησαν δικαιώματος, το οποίον παρέχουν οι Κανόνες της Εκκλησίας».
Στη συνέχεια ο Κληρίδης διάβασε απόφαση αγγλικού δικαστηρίου σύμφωνα με την οποίαν επετράπη από πολιτικό δικαστήριο, απόφαση ειδικού εκλογοδικείου του Λονδίνου.
Ο Γεώργιος Χρυσαφίνης, δικηγόρος Κλεόπα, επικεφαλής δεκαμελούς ομάδας δικηγόρων, τόνισε: «Εκ της μαρτυρίας συνάγεται ότι η Εκκλησία Κύπρου είναι αυτοκέφαλος τόσον έναντι άλλων εκκλησιών, όσον και έναντι της πολιτικής εξουσίας. Μεταξύ των προνομίων των παραχωρηθέντων υπό του Σουλτάνου διά της συνθήκης του Σινά αναγράφεται και το εξής: “Ουδείς Επίσκοπος ιερεύς, ή μοναχός θα ενοχλήται υπό οιουδήποτε”. Και περαιτέρω: “Η συνθήκη αυτή θα είναι εν ισχύϊ μέχρι συντελείας των αιώνων”». Επίσης το “Χάττι Χουμαγιούν” αναφέρει “τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια διέπονται υπό των ιδίων αυτών νόμων, κανόνων και διατάξεων”. Επίσης ο Καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας Κύπρου, όστις αναγνωρίζεται υπό της Πολιτείας εις άρθρον του αναφέρει:” Επί του κύρους των εκλογών αποφαίνεται η Ιερά Σύνοδος, ή τις και εκδικάζει τας τυχόν ενστάσεις κατά εκλογής αντιπροσώπων και αποφαίνεται ανεκκλήτως”.
Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Μεχμέτ Ζεκκιά εκδίδοντας την απόφαση του στην αγωγή (343/1948) την απέρριψε και αποφάνθηκε ότι το Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο να επέμβει στις υποθέσεις της Εκκλησίας σύμφωνα με τον δικηγόρο Ανδρέα Γαβριηλίδη (Εθναρχικά δικαιώματα).Έτσι ο Κουμίδης έμεινε εκτός νυμφώνος.Όμως υπήρχε και συνέχεια.
Η εκδίωξη Κουμίδη
Η δεύτερη φάση ακολούθησε ύστερα από τρία χρόνια, τον Μάρτιο του 1951, όταν πέθανε στην Πάφο ο Μητροπολίτης Κλεόπας, ο οποίος είχε εκλεγεί το 1948 και έμεινε κενός ο μητροπολιτικός θρόνος της Πάφου. Η δεξιά στην Πάφο διασπάστηκε μεταξύ του Φρίξου Κουμίδη και του αρχιμανδρίτη Παύλου Βαρνάβα.
Πέρα από τη διάσπαση του λαού και ιδιαίτερα της δεξιάς, διασπάστηκε και η Ιερά Σύνοδος. Αιτία μια καταγγελία που έλεγε ότι είχε προηγηθεί αρραβώνας του Κουμίδη την εποχή που ήταν λαϊκός και επομένως δεν μπορούσε να εκλεγεί Μητροπολίτης.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄που είχε εκλεγεί από το 1950, είχε εκφράσει την άποψη ότι δεν υπήρχε τέτοιο πρόβλημα, αλλά οι Μητροπολίτες Κερύνειας Κυπριανός και Κιτίου Άνθιμος, παρά την εκλογική επιτυχία του Κουμίδη επέμεναν ότι δεν μπορούσε να εγκαθιδρυθεί ως Μητροπολίτης της Πάφου με κανένα τρόπο, οι οποίοι του καταλόγιζαν ότι στο παρελθόν είχε συνεργασθεί με την αριστερά.
Ο Μακάριος ανέλαβε μεσολαβητικό ρόλο. Ο παράγων της Πάφου Γαλατόπουλος παρέμενε αμετάπειστος.
Στις 3.8.1951 η λαϊκή συνέλευση εξέλεξε τov Κoυμίδη Μητρoπoλίτη Πάφoυ, αλλά λόγω διαφωνιών τωv Μητρoπoλιτώv Κιτίoυ και Κυρηvείας αναβλήθηκε η χειροτονία και ενθρόνιση τoυ.
Η κληρικολαϊκή συνέλευση για την εκλογή του νέου Μητροπολίτη Πάφου από τους κληρικολαϊκούς και τους οφφικιάλους (ανώτατοι θρησκευτικοι ηγέτες της Εκκλησίας) συγκλήθηκε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, στη Λευκωσία, όπως συνέβαινε σε κάθε εκλογή Μητροπολιτών και Αρχιεπισκόπων.
Η αστυνομία κινητοποιήθηκε και άνδρες της τοποθετήθηκαν στην αυλή και τους διαδρόμους της Αρχιεπισκοπής, ενισχυμένοι με κλομπ και δακρυγόνα.Στο χώρο της Αρχιεπισκοπής είχαν καταφθάσει πάνω από χίλιοι κάτοικοι της Πάφου, ενώ οι γενικοί αντιπρόσωποι πήγαν στη Λευκωσία από την αυγή.
Άλλοι που δεν ήθελαν να πανηγυρίσουν οι υποστηρικτές του Φρίξου Κουμίδη, που θεωρείτο σίγουρος να εκλεγεί, έκρυψαν μέχρι και το σχοινί της καμπάνας της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου, ώστε να μην σημάνει κατά την εκλογή του.
Η συνέχεια ήταν δραματική με τα δεδομένα της εποχής. Ο Μακάριος κατόρθωσε να εκλέξει τον Φώτιο (Φρίξο Κουμίδη) στην έδρα της Πάφου, αλλά αυτός δεν έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη θέση του καθώς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την έδρα του ύστερα από κατηγορίες που σχετίζονταν με τον αγώνα της ΕΟΚΑ που ακολούθησε και τα οικονομικά της Μητρόπολης του.
Η κατηγορία για τη στάση του έναντι του αγώνα της ΕΟΚΑ έγινε γραπτώς και στηριζόταν σε φήμες, αλλά την θεώρησε ο ίδιος πολύ βαριά, παρόλον ότι ουδέποτε την αποκάλυψε. Είχε μάλιστα προειδοποιηθεί ότι εάν δεν παραιτείτο θα δολοφονείτο.Έτσι έφυγε από την Κύπρο και πήγε στην Αίγυπτο στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και επέστρεψε στο νησί στις 29 Απριλίου 1959 μετά τη λήξη του αγώνα της ΕΟΚΑ και η Ιερά Σύνοδος τον δικαίωσε και του πρόσφερε τον θρόνο της Πάφου, ο οποίος παρέμενε ουσιαστικά ορφανός μέχρι το 1959 με τον αρχιμανδρίτη Γεννάδιο να διαχειρίζεται τα θέματα της Μητρόπολης.
Αρχικά ο Μητροπολίτης Φώτιος που ήλθε στην Κύπρο συνοδευόμενος από τον πρώην δήμαρχο Μεσολογγίου Ευαγγελάτο πήγε στην Αρχιεπισκοπή καθώς στην Πάφο σημειωνόταν “εξέγερση” με επικεφαλής τον δήμαρχο της πόλης.Ο παφιακός λαός είχε ζητήσει τηλεγραφικώς από τον Αρχιεπίσκοπο να ματαιώσει την άφιξη του Φωτίου.
Ωστόσο, σε δηλώσεις του στην Αρχιεπισκοπή όπου πήγε για να συναντηθεί με τον Αρχιεπίσκοπο, ο Φώτιος ανέφερε ότι θα επιστρέψει “εν μέσω του ποιμνίου του, το οποίο αγαπώ και μετά του οποίου ευρίσκομαι εν ψυχική επαφή”. «Θα μεταβώ» είπε σύμφωνα με την εφημερίδα “Χαραυγή” της 30.4.1959 «εις την έδραν μου διά να διαπιστώσω επί τόπου εάν υπάρχει πραγματικώς δυσφορία”.
Σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν αισθανόταν ευτυχής που επέστρεψε ο Φώτιος γιατί όπως σημείωνε δέχθηκε τον Φώτιο “με μεγάλη δυσφορία στον οποίο ακούστηκε να μιλά με θυμόν και μεγαλοφώνως”.Στους δημοσιογράφους ο Αρχιεπίσκοπος είπε ότι μετά τις γιορτές θα συγκαλείτο η Ιερά Σύνοδος για να επιληφθεί του θέματος.
Ωστόσο ο δήμαρχος της Πάφου Ιακωβίδης που έσπευσε να συναντηθεί με τον Αρχιεπίσκοπο δήλωσε “ότι ο λαός της Πάφου είναι ανάστατος, από την επιστροφή του Φωτίου”.
Ο λαός της Πάφου ήταν διχασμένος γύρω από το θέμα.Ο οδηγός της Μητρόπολης ζήτησε το αυτοκίνητο της Μητρόπολης για να μεταφέρει τον Φώτιο στην Πάφο. Ωστόσο “ανώτερες οδηγίες” απέκλεισαν τη χρήση του αυτοκινήτου.
Έτσι δυο ιερείς της Μητρόπολης νοίκιασαν ταξί και ξεκίνησαν για να παραλάβουν τον Μητροπολίτη. Όμως δυο χιλιόμετρα έξω από το Πισσούρι τους ανέκοψαν τρία πρόσωπα και τους υπέδειξαν να παραιτηθούν της αποστολής τους. Τότε οι ιερείς τράβηξαν πεζοί στο Πισσούρι και ο οδηγός επέστρεψε στην Πάφο.
Όλα αυτά συνέβαιναν καθώς οργίαζαν οι φήμες στην Πάφο ότι ο Φώτιος και ο Ευαγγελάτος που τον συνόδευσε στην Κύπρο είχαν επισκεφθεί τον Γεώργιο Γρίβα στην Αθήνα, πριν αναχωρήσουν για την Κύπρο και ότι ο ο πρώην αρχηγός της ΕΟΚΑ του είπε ότι δεν είχε κανένα στοιχείο εναντίον του.
Μετά την “αθώωση” του από τον πρώην αρχηγό της ΕΟΚΑ ο Φώτιος αθωώθηκε και από την Ιερά Σύνοδο, η οποία συνήλθε για πρώτη φορά ύστερα από τέσσερα χρόνια. Με την επιστροφή του Μακαρίου, σε έκτακτη πολύωρη συνεδρία και μελέτησε το ζήτημα του Μητροπολίτη Πάφου και τον αποκατέστησε στην έδρα του.Ωστόσο, ο Φώτιος δεν επέστρεψε στην έδρα του, στην οποία αναδείχθηκε ομόφωνα. Στις 31 Ιουλίου 1959 Μητροπολίτης Πάφου ο Γεννάδιος με υπόδειξή του ως υποψηφίου από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’.Ο Φώτιος κατέληξε στην Ελλάδα όπου τελεύτησε.
Η εκλογή με ευλογίες Μακαρίου και η καθαίρεση του Γενναδίου
Ο Γεννάδιος έμεινε στην έδρα του Μητροπολίτη Πάφου μέχρι το 1973. Ήταν τότε που ακολούθησαν και στην περίπτωσή του νέα θλιβερά γεγονότα από τους Μητροπολίτες Κιτίου, Κυρηνείας και τον ίδιο ως Μητροπολίτη Πάφου με το εκκλησιαστικό πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Ο Μητροπολίτης Πάφου Γεννάδιος είχε αναμιχθεί στο εκκλησιαστικό πραξικόπημα του 1973 εναντιον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και στις 6 Ιουλίου 1973 η Μείζων και Υπερτελής Σύνοδος που συνήλθε για να εξετάσει τις καταγγελίες εναντίον των τριών Μητροπολιτών Πάφου Γενναδίου, Κιτίου Ανθίμου και Κυρηνείας Κυπριανού αποφάνθηκε ότι η “καθαίρεση” του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου είναι απόλυτα αντικανονική και άκυρη και κάλεσαν τους τρεις “ούτως αμαρτήσαντες” Επισκόπους να μεταμεληθούν για τις ενέργειες τους.
Η Ιερά Σύνοδος ομοφώνως απεφάνθη ότι η υπό των τριών Μητροπολιτών ληφθείσα απόφασις ήτο αντικανονική και κατά συνέπεια άκυρος ανυπόστατος και ανενέργητος.
Οι τρεις Μητροπολίτες επέμεναν στις θέσεις τους κι έτσι τα πράγματα είχαν φθάσει πλέον σε σημείο χωρίς επιστροφή.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος προχώρησε στις αποφάσεις του και αφου μοίρασε στα δυο της Μητροπόλεις Κιτίου και Κυρηνείας και αύξησε τον αριθμό των Μητροπολιτών από τρεις σε πέντε προχώρησε στην πλήρωση των μητροπολιτικών εδρών με την ανάδειξη νέων Μητροπολιτών.
Πρώτος αναδείχθηκε στην Πάφο στις 28.7.1973 ο Χωρεπίσκoπoς Κωvσταvτίας Χρυσόστoμoς ως νέος Μητροπολίτης Πάφoυ.
Την εκλογική συνέλευση προσφώνησε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος αναφέρθηκε στην κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Εκκλησία και πρόσθεσε ότι οι τρεις καθαιρεθέντες Μητροπολίτες “απεδείχθησαν ανάξιοι της μεγάλης αρχιερατικής αποστολης τους” και ότι “κινούμενοι υπό πνευμάτων πονηρών, έτρωσαν βαθέως το Σώμα της Εκκλησίας και πολλάς πληγάς εις αυτό ήνοιξαν”.
Η εκλογική αύτη συνέλευσις, η οποία θα αναδείξη διά βοής ή διά ψήφου νέον Μητροπολίτην Πάφου, ας έχη υπ’ όψιν τα πολλαπλά καθήκοντα και τας βορείας ευθύνας, του Επισκόπου.
Και τούτο, διά να εκλέξη το εν παντί άξιον διά το μέγα αξίωμα και υπούργημα του Επισκόπου και διά την αποστολην, την οποίαν ως Μητροπολίτης Πάφου θα αναλάβη.
Έκαστον μέλος της Εκλογικής Συνελεύσεως αιρόμενον υπεράνω οιωνδήποτε ταπεινών σκέψεων, ας διαθέση την ψήφον του εν φόβω Θεού και εν καθαρά συνειδήσει.”
Μετά την εκλογή του Χρυσοστόμου ο Γεννάδιος δεν είχε καμιά δουλειά να κάμει πλέον στη Μητρόπολη και κρατήθηκε μακριά πλέον από αυτή.
Η εκλογή του νέου Μητροπολίτη Πάφου ήταν μόνο η αρχή. Τους επόμενους μήνες ακολούθησαν οι εκλογές και των υπολοίπων Μητροπολιτών.
Η πλήρωση του θρόνου της Πάφου αποτέλεσε την αρχή δημιουργίας μιας νέας Ιεράς Συνόδου σε αντικατάσταση των άλλων Μητροπολιτών.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, λοιπόν, προχώρησε στην πλήρωση των κενωθέντων θρόνων και δημιούργησε νέες Μητροπόλεις.Ετσι η Ιερά Μητρόπολη Κιτίου διαχωρίστηκε στα δύο και προστέθηκε μια νέα Μητρόπολη, η Μητρόπολη Λεμεσού.Το ίδιο συνέβη και με τη Μητρόπολη Κερύνειας και έτσι προστέθηκε και η Μητρόπολη στη Μόρφου.
Ο καθαιρεθείς Μητροπολίτης Γεννάδιος που υπηρέτησε τη Μητρόπολη από το 1959 μέχρι το 1973 αφού εκδιώχθηκε από την έδρα του βρήκε καταφύγιο στην Ιερά Μονή Τροοδιτίσσης όπου πέρασε εν ειρήνη τα τελευταία χρόνια της ζωής του.Πέθανε στις 27 Μαρτίου 1986.


