23 Φεβρουαρίου, 2026
10:17 πμ

Με αναβαθμισμένα προγράμματα, ερευνητικά κέντρα, διεθνοποίηση και μια πιο στoχευμένη φοιτητική χορηγία, τα κυπριακά πανεπιστήμια επιχειρούν να γίνουν γέφυρα ανάμεσα στην τεχνολογία, την καινοτομία και τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Η κυπριακή ανώτερη εκπαίδευση βρίσκεται σε καμπή. Την περίοδο 2024–2025, δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια κινήθηκαν προς ένα μοντέλο που δεν περιορίζεται στην παραγωγή γνώσης, αλλά επιδιώκει να μετατρέπει τη γνώση σε δεξιότητες, εφαρμογές και επαγγελματικές διαδρομές. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι τεχνολογικές εξελίξεις, η καινοτομία, η διεθνοποίηση και η αναζήτηση καλύτερης σύνδεσης με την αγορά εργασίας, σε μια οικονομία που αλλάζει γρήγορα και ζητά ανθρώπινο δυναμικό με σύγχρονες ικανότητες.

Παράλληλα, σύμφωνα με τις πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης στο κοινωνικό σκέλος της πολιτικής, η φοιτητική χορηγία εκσυγχρονίζεται και ο προϋπολογισμός ανεβαίνει στα 62 εκατ. ευρώ, οι δικαιούχοι διευρύνονται και καταργούνται τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια για οικογένειες με πέντε ή περισσότερα εξαρτώμενα τέκνα. Πρόκειται για παρέμβαση που στοχεύει να μειώσει τα εμπόδια πρόσβασης και να στηρίξει νοικοκυριά με αυξημένες ανάγκες, σε μια περίοδο όπου το κόστος σπουδών και διαβίωσης παραμένει κρίσιμος παράγοντας επιλογών.

Η τριτοβάθμια ως «βιομηχανία» γνώσης

Ο τομέας της ανώτερης εκπαίδευσης έχει εξελιχθεί σε σημαντικό πυλώνα της κυπριακής οικονομίας. Πάνω από 50.000 φοιτητές σπουδάζουν σήμερα σε πανεπιστήμια και κολέγια, με περίπου τους μισούς να προέρχονται από το εξωτερικό. Η διεθνοποίηση αυτή ενισχύει τη θέση της Κύπρου ως περιφερειακού εκπαιδευτικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο και προσδίδει στο σύστημα έναν διπλό ρόλο, εκπαιδευτικό και οικονομικό.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από αυξανόμενο ανταγωνισμό. Οι τάσεις στην Ελλάδα, οι μεταβολές στο ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό περιβάλλον και η εντονότερη κινητικότητα φοιτητών ωθούν τα ιδρύματα να επανακαθορίσουν την ταυτότητά τους και να επενδύσουν σε ποιοτικότερα προγράμματα, πιο ισχυρή έρευνα και μεγαλύτερη εξωστρέφεια.

Το νέο θεσμικό πλαίσιο και το στοίχημα της ποιότητας

Η αμέσως προηγούμενη περίοδος σημαδεύτηκε από την έγκριση νέου Στρατηγικού Σχεδίου από το κράτος για τη βελτίωση και αναβάθμιση της ανώτερης εκπαίδευσης, με άξονες την ποιότητα και αριστεία, τη σύνδεση με την αγορά εργασίας, τη διεθνοποίηση και τα κίνητρα για ξένους φοιτητές. Η στόχευση είναι σαφής, ένα σύστημα πιο ανταγωνιστικό διεθνώς, αλλά και πιο χρήσιμο για την οικονομία και την κοινωνία στο εσωτερικό.

Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται το «skills mismatch»,η αναντιστοιχία μεταξύ δεξιοτήτων που παράγει το εκπαιδευτικό σύστημα και δεξιοτήτων που ζητούν οι επιχειρήσεις. Η αντιμετώπισή του προϋποθέτει επικαιροποίηση προγραμμάτων, καλύτερα εργαλεία παρακολούθησης αποφοίτων, αλλά και συνεργασίες που φέρνουν τους φοιτητές σε επαφή με πραγματικά έργα, πριν ακόμη ολοκληρώσουν τις σπουδές τους.

Ως προσωρινή απάντηση, τα τελευταία χρόνια ενισχύθηκε η εισαγωγή καταρτισμένου προσωπικού από το εξωτερικό με φοροελαφρύνσεις, κυρίως στην υψηλή τεχνολογία. Η πολιτική αυτή, όμως, δεν θεωρείται βιώσιμη, καθώς χωρίς αναβάθμιση της κυπριακής εκπαίδευσης υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί «οικονομία δύο ταχυτήτων», με υψηλά αμειβόμενους ξένους εργαζόμενους.

Διεθνοποίηση: ευκαιρία, αλλά και πίεση

Η διεθνοποίηση δεν λειτουργεί μόνο ως εργαλείο προσέλκυσης φοιτητών. Είναι και μηχανισμός αναβάθμισης, μέσω δικτύων συνεργασίας, συμμετοχής σε ευρωπαϊκά σχήματα και κοινών δράσεων με πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η ενίσχυση των αγγλόφωνων προγραμμάτων, οι συνέργειες και η προσέγγιση τρίτων χωρών αναδεικνύονται ως βασικά εργαλεία, την ίδια στιγμή που το τοπίο «μεγαλώνει» με τη δρομολόγηση παραρτήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στην Κύπρο και με κινήσεις κυπριακών ιδρυμάτων προς επέκταση στην Ελλάδα.

Το μήνυμα που εκπέμπει η αγορά είναι ότι η ακαδημαϊκή ανταγωνιστικότητα θα κριθεί όχι μόνο από το brand ενός ιδρύματος, αλλά από την ικανότητά του να προσφέρει σύγχρονα προγράμματα, έρευνα με απτό αποτέλεσμα και σαφή διαδρομή προς την απασχόληση.

Δημόσια πανεπιστήμια: έρευνα, εφαρμογές και διασύνδεση

Στον δημόσιο τομέα, το Πανεπιστήμιο Κύπρου και το ΤΕΠΑΚ εμφανίζονται ως οι βασικοί φορείς παραγωγής έρευνας και τεχνογνωσίας. Οι συνέργειες με ερευνητικά κέντρα, οι δράσεις τύπου industry days και η συμμετοχή σε έργα με ευρωπαϊκή ή ιδιωτική χρηματοδότηση δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι φοιτητές δεν έρχονται μόνο σε επαφή με τη θεωρία, αλλά και με την εφαρμοσμένη έρευνα.

Στο ΤΕΠΑΚ, η πιο εφαρμοσμένη φυσιογνωμία αποτυπώνεται σε πρακτικές ασκήσεις και σε δομές καριέρας που λειτουργούν ως «διάδρομος» προς την αγορά.

Στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση συνδέεται με ανάγκες αναβάθμισης δεξιοτήτων, κυρίως για επαγγελματίες και ενήλικες φοιτητές, σε πεδία όπως η πληροφορική και ο ψηφιακός μετασχηματισμός.

Ιδιωτικά πανεπιστήμια και ευελιξία στην αγορά εργασίας

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια κινούνται συνήθως με μεγαλύτερη ταχύτητα και προσαρμοστικότητα, δίνοντας έμφαση στην άμεση επικαιροποίηση των προγραμμάτων σπουδών και στη στενή επαφή με τους εργοδότες.

Το University of Nicosia έχει εντάξει την πρακτική άσκηση στο ακαδημαϊκό του μοντέλο μέσω credit-based internships σε τομείς όπως η πληροφορική, το fintech και η κυβερνοασφάλεια, με την πρακτική άσκηση να λειτουργεί συχνά ως άμεσο κανάλι πρόσληψης.

Στο ίδιο πλαίσιο, το European University Cyprus και το UCLan Cyprus διοργανώνουν κάθε χρόνο εκθέσεις καριέρας και πρακτικής άσκησης, στις οποίες συμμετέχουν δεκάδες εταιρείες τεχνολογίας, συμβουλευτικοί οργανισμοί και startups. Οι διοργανώσεις αυτές αποτελούν βασικό μηχανισμό διασύνδεσης φοιτητών και εργοδοτών, ενισχύοντας την προβολή και την πρόσβαση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας.

Το Frederick University, με ισχυρή παρουσία στη μηχανική και την πληροφορική, διατηρεί σταθερούς μηχανισμούς πρακτικής άσκησης και διεθνών ανταλλαγών, ενισχύοντας την απασχολησιμότητα των αποφοίτων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.

Έρευνα, καινοτομία και μεταφορά τεχνογνωσίας

Η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας αποτελεί βασικό πυλώνα της πολιτικής για την ανώτερη εκπαίδευση. Από την προηγούμενη περίοδο (2024–2025), προωθούνται νομοθετικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν τη δημιουργία νέων Ερευνητικών Μονάδων και Κέντρων Αριστείας στα δημόσια πανεπιστήμια.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει εγκρίνει κανονισμούς που θεσμοθετούν τη λειτουργία αυτών των Κέντρων Αριστείας, προσφέροντας στα πανεπιστήμια τη δυνατότητα να εξειδικεύονται σε τομείς υψηλής προτεραιότητας και να προσελκύουν εξωτερική χρηματοδότηση. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το Κέντρο Αριστείας “QSciTec” στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, το οποίο εξασφάλισε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για έρευνα στην κβαντική τεχνολογία.

Παράλληλα, σε συνεργασία με το Υφυπουργείο Έρευνας, Καινοτομίας και Ψηφιακής Πολιτικής, καταρτίστηκαν νομοσχέδια για τον εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου των πανεπιστημίων, με στόχο τα δημόσια ιδρύματα να αποκτήσουν μεγαλύτερη ευελιξία στη συμμετοχή τους σε εταιρείες-τεχνοβλαστούς (spin-offs), ώστε τα ερευνητικά αποτελέσματα να μετατρέπονται πιο αποτελεσματικά σε προϊόντα και υπηρεσίες. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αναφέρεται ότι έχουν κατατεθεί στη Βουλή και αναμένεται η εξέτασή τους.

Η ίδια περίοδος συνοδεύεται και από διακρίσεις. Το Κέντρο Αριστείας KIOS του Πανεπιστημίου Κύπρου τιμήθηκε το 2024 με το ευρωπαϊκό Digital Water Award του Water Europe, για την έρευνά του στην ψηφιακή διαχείριση υδάτινων πόρων. Μέσω του Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΙδΕΚ) και ευρωπαϊκών προγραμμάτων διοχετεύονται κονδύλια σε πανεπιστήμια και συνεργατικά ερευνητικά δίκτυα, με στόχο την ενίσχυση της συμμετοχής Κυπρίων επιστημόνων σε έργα αιχμής.

Την ίδια ώρα, επισημαίνεται ότι η συνολική επίδοση καινοτομίας της χώρας βελτιώθηκε από το 2018, ωστόσο πρόσφατα δεδομένα δείχνουν επιβράδυνση του ρυθμού βελτίωσης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στοιχείο που αναδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω επενδύσεις.

Το οικοσύστημα startups και ο ρόλος των πανεπιστημίων

Η σύνδεση της ανώτερης εκπαίδευσης με την καινοτομία αποτυπώνεται και στην ταχεία ανάπτυξη του κυπριακού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τον StartupBlink Ecosystem Index 2024, η Κύπρος κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο παγκοσμίως, ανεβαίνοντας εννέα θέσεις και λαμβάνοντας τον τίτλο του ταχύτερα αναπτυσσόμενου startup οικοσυστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η χώρα κατατάσσεται τέταρτη παγκοσμίως μεταξύ χωρών με πληθυσμό κάτω των δύο εκατομμυρίων. Μεταξύ των δεικτών που παρατίθενται, καταγράφονται επίσης η 6η θέση παγκοσμίως σε αριθμό startup exits κάτω του 1 δισ. δολαρίων και η 9η θέση παγκοσμίως σε αριθμό επενδυτών ανά κάτοικο, ενώ αναφέρεται ότι υπάρχουν πέντε φορές περισσότερα startups σε σχέση με το 2020. Επισημαίνεται ακόμη ότι πρόκειται για τη μόνη χώρα με πληθυσμό κάτω των δύο εκατομμυρίων που διαθέτει τέσσερις πόλεις καταχωρημένες στον παγκόσμιο δείκτη startups.

Η Κύπρος παρουσιάζει ισχυρές επιδόσεις σε κλάδους όπως το fintech και το gaming. Αναφέρεται ότι κατατάσσεται 39η παγκοσμίως στον τομέα του Fintech και 25η παγκοσμίως στον τομέα του Gaming, με τη Λεμεσό να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στη Νότια Ευρώπη.

Ο Γενικός Διευθυντής του ΙδΕΚ, Θεόδωρος Λουκαΐδης, έχει επισημάνει ότι η επιτυχία βασίζεται στη συνδυασμένη κρατική στήριξη, στα χρηματοδοτικά προγράμματα και στα επενδυτικά κίνητρα. “Δημιουργούμε ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τις startups, ώστε να αναπτύξουν προϊόντα, να αντλήσουν ιδιωτικές επενδύσεις, να επεκταθούν διεθνώς και να πετύχουν”, ανέφερε.

Προκλήσεις δεξιοτήτων, STEM και απασχολησιμότητας

Παρά την αυξανόμενη ζήτηση για δεξιότητες στους τομείς STEM (επιστήμη, τεχνολογία, μηχανική και μαθηματικά) και τις πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, η Κύπρος εξακολουθεί να καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής φοιτητών σε σπουδές STEM στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που εντείνει τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.

Σύμφωνα με προβλέψεις της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (ΑνΑΔ), περίπου το 40% της συνολικής ζήτησης απασχόλησης από την περίοδο 2022–2032 αφορά επαγγέλματα STEM που έχει όπως δείχνουν κάποια προκαταρτικά στοιχεία αυξητική τάση . Ωστόσο, μόλις το 25% του ενεργού πληθυσμού έχει λάβει σχετική εκπαίδευση. Το 2023 (τα τελευταία πραγματικά στοιχεία), το ποσοστό των φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ήταν εγγεγραμμένοι σε προγράμματα STEM ανήλθε σε 14,9%, έναντι 26,9% στην ΕΕ, καταγράφοντας μείωση 3,4 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με το 2015 και υπολειπόμενο σημαντικά του ευρωπαϊκού στόχου του 32% έως το 2030. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέστησε το 2025 στην Κύπρο να αυξήσει τη συμμετοχή των φοιτητών στους τομείς STEM.

Η πλειονότητα των φοιτητών STEM στην Κύπρο κατευθύνεται σε σπουδές μηχανικής, μεταποίησης και κατασκευών (51,2%), ποσοστό κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι η συμμετοχή σε προγράμματα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (28,6%). Αντίθετα, χαμηλότερη παραμένει η εγγραφή στις φυσικές επιστήμες.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι τα προγράμματα STEM στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, με τον νεοσύστατο Εθνικό Μηχανισμό Παρακολούθησης Αποφοίτων να αναμένεται να αναδείξει περαιτέρω κενά και αναντιστοιχίες.

Εμπόδιο για την ενίσχυση των STEM αποτελεί και η χαμηλή επίδοση των μαθητών σε βασικές δεξιότητες, όπως καταγράφεται στα αποτελέσματα του PISA 2022 του ΟΟΣΑ, που περιορίζουν τη δυνατότητα αριστείας και καινοτομίας. Για την ενίσχυση της ελκυστικότητας των STEM έχουν εφαρμοστεί προαιρετικά εξωσχολικά προγράμματα σε επιλεγμένα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς ωστόσο να υφίσταται μέχρι σήμερα μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική αποκλειστικά για την εκπαίδευση στους τομείς αυτούς.

Η προώθηση των STEM εντάσσεται κυρίως σε ευρύτερες πολιτικές για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η εθνική ψηφιακή στρατηγική 2020–2025 στοχεύει στην αύξηση των αποφοίτων STEM και στη βελτίωση της απασχολησιμότητάς τους, ενώ κονδύλια ύψους περίπου 24 εκατ. ευρώ από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας χρηματοδοτούν δράσεις ψηφιακής εκπαίδευσης και ανάπτυξης σχετικών δεξιοτήτων. Παράλληλα, η εθνική στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη επιδιώκει την ενίσχυση ψηφιακών δεξιοτήτων και δεξιοτήτων ΤΝ από τα σχολεία.

Ωστόσο, απουσιάζουν μηχανισμοί συστηματικής παρακολούθησης και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων αυτών. Πάντως, αναμένεται το αμέσως επόμενο διάστημα να εκδοθεί η νέα εθνική ψηφιακή στρατηγική με αρκετές προσθήκες.

Την ίδια ώρα, η Κύπρος συγκαταλέγεται σταθερά στις χώρες της ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2024, το 60,1% των ατόμων ηλικίας 25–34 ετών κατείχε πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ τόσο τον μέσο όρο της ΕΕ όσο και τον ευρωπαϊκό στόχο για το 2030. Η επέκταση του τομέα, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων από το 2007–2008, οδήγησε σε αύξηση 42% των εγγεγραμμένων φοιτητών την περίοδο 2015–2023 και σε άνοδο 125% του αριθμού των αποφοίτων την τελευταία δεκαετία.

Παρά τη βελτίωση των δεικτών απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων, που το 2024 ανήλθε σε 83,8%, οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων παραμένουν έντονες. Το 2023, το 30% των εργαζομένων με τίτλους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολούνταν σε θέσεις που δεν απαιτούσαν αυτό το επίπεδο προσόντων, ενώ το χάσμα μεταξύ των φύλων υπέρ των γυναικών παραμένει σημαντικό.

Παράλληλα, η Κύπρος καταγράφει ιδιαίτερα υψηλή εξερχόμενη κινητικότητα φοιτητών, με σχεδόν έναν στους τρεις αποφοίτους να αποκτά τον τίτλο σπουδών του στο εξωτερικό.

Στο πλαίσιο αναβάθμισης του τομέα, τον Δεκέμβριο του 2024 εγκρίθηκε νέο στρατηγικό σχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, με έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας και της αριστείας, στη στενότερη σύνδεση με την αγορά εργασίας και στην προσέλκυση διεθνών φοιτητών. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η παροχή προπτυχιακών προγραμμάτων σε ξένες γλώσσες από δημόσια πανεπιστήμια και η λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων ως μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων.

Παρά τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις και την ισχυρή παρουσία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Κύπρος καλείται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ υψηλής εκπαιδευτικής συμμετοχής και των πραγματικών αναγκών της οικονομίας, ιδίως στους τομείς STEM, που θεωρούνται κρίσιμοι για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση της χώρας.

Ένα σύστημα που ωριμάζει, αλλά ζητά πιο καθαρή κατεύθυνση

Η συνολική εικόνα δείχνει έναν τομέα που ωριμάζει και αναζητά πιο ουσιαστική σύνδεση με την οικονομία. Η φοιτητική χορηγία επιχειρεί να μειώσει εμπόδια πρόσβασης και να απαντήσει σε κοινωνικές ανισότητες.

Τα πανεπιστήμια, από την άλλη, πιέζονται να παράγουν αποφοίτους που δεν θα έχουν απλώς πτυχίο, αλλά δεξιότητες αιχμής, εμπειρία και δυνατότητα προσαρμογής.

Το μεγάλο στοίχημα για την επόμενη φάση είναι διπλό: να αυξηθεί η ποιότητα και η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ανώτερης εκπαίδευσης, αλλά ταυτόχρονα να μειωθεί το χάσμα ανάμεσα στις σπουδές και στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, ιδιαίτερα στους τομείς STEM, που θεωρούνται κρίσιμοι για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση της χώρας.

Exit mobile version