Έχει ήδη δημοσιοποιηθεί αριθμός μετρήσεων της κοινής γνώμης (δημοκσκοπήσεις) ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου 2026. Αν και αρκετά νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα, η επανάληψη ορισμένων μοτίβων, η σύγκλιση ευρημάτων σε βασικούς δείκτες και η ένταση της ρευστότητας που καταγράφεται, συνιστούν μια πρώτη σοβαρή ένδειξη ότι δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά σε μια «συνηθισμένη» προεκλογική περίοδο, αλλά σε ένα περιβάλλον που πιθανότατα θα μεταβάλει ισορροπίες και «σταθερές» ετών.
Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και εμπιστοσύνης δεν είναι στιγμιαία, δεν έχει εμφανιστεί τώρα, ούτε και έχει πέσει από τον ουρανό. Είναι παρατεταμένη και συσσωρευτική, και αντανακλάται σε χαμηλές προσδοκίες από την πολιτική και τους πολιτικούς, σε χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης προς θεσμούς και κόμματα, καθώς και σε διάχυτα αρνητικά συναισθήματα για την πολιτική και τους πολιτικούς δρώντες. Κυρίαρχα συναισθήματα η αγανάκτηση, η οργή και η επιθυμία τιμωρίας κατά παντός θωρούμενου ως υπευθύνου. Όταν τέτοιοι δείκτες παγιώνονται για χρόνια, δεν λειτουργούν απλώς ως «παράπονο» της κοινωνίας, αλλά ως μηχανισμός ανατροφοδότησης που διαβρώνει σταδιακά τις παραδοσιακές κομματικές ταυτίσεις, την ορθολογική ανάλυση, ακόμα και την προσέγγιση του ελάχιστου κακού που ίσχυε μέχρι πρότινος, και προοιωνίζει αλλαγές πολύ βαθύτερες από μια απλή ανακατανομή ποσοστών.
Η σταθερή τάση αποστοίχισης (dealignment) σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος από τις παραδοσιακές του επιλογές που συνέβαινε στο παρελθόν φαίνεται να δίνει τη θέση της, τουλάχιστον μερικώς, σε μια επαναστοίχιση (realignment). Εδώ και δύο περίπου δεκαετίες, μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας μεταφραζόταν σε αποχή (αποστοίχιση), ενώ τώρα, τμήματα εκείνης της αποχής, φαίνεται να επιστρέφουν στην κάλπη, συχνά όμως μέσα από νέα σχήματα και νέες επιλογές (επαναστοίχιση). Η πρώτη τέτοια ένδειξη καταγράφηκε στις πρόσφατες Ευρωεκλογές με την ψήφο στον Φειδία Παναγιώτου.
Επιπλέον, μετακινήσεις ψηφοφόρων καταγράφονται σχεδόν προς όλες τις κατευθύνσεις, κάτι που εντείνει μια δυναμική «όλοι εναντίον όλων» και συμπιέζει τις αποστάσεις μεταξύ κομμάτων. Οι μεγάλοι συρρικνώνονται και η διαφορά αριθμών -και συνεπώς ισχύος- μειώνεται ή/και διαφοροποιείται. Σε αυτό το πλαίσιο, ο παραδοσιακός κομματικός πατριωτισμός εξασθενεί, η συσπείρωση παραμένει χαμηλή σε ολοένα και χαμηλότερα ποσοστά, και ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος δηλώνει ότι δεν νιώθει κοντά σε κανένα κόμμα, στοιχείο που αυξάνει τις συνθήκες ρευστότητας μέχρι και την 24η Μαΐου 2026.
Τιμωρητική διάθεση
Το θυμικό σε μεγάλο βαθμό πλέον υπερτερεί του ορθολογισμού στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, με κυρίαρχα αισθήματα αυτά του θυμού και της αγανάκτησης που συχνά μεταφράζονται σε τιμωρητική διάθεση απέναντι σε αυτό που εκλαμβάνεται ως «παραδοσιακό κομματικό σύστημα». Οι πολίτες-ψηφοφόροι, όταν κινούνται με αυτό το «φορτίο», δεν αναζητούν απαραίτητα την καλύτερη προγραμματική πρόταση, αλλά την πιο αποτελεσματική πράξη αποδοκιμασίας, κάτι που λειτουργεί ως επιταχυντής ανακατατάξεων στον κομματικό χάρτη και ενισχύει ακραίες ή «αντισυστημικές» επιλογές.
Η κοινωνική διάθεση σε αρκετές περιπτώσεις θυμίζει «Κολοσσαίο», μια αρένα που ζητά αίμα και επιβεβαίωση μέσω παραδειγματικής τιμωρίας, με αποτέλεσμα ακόμα και δικαστικές αποφάσεις να κρίνονται από πολλούς ως «δίκαιες» μόνο όταν καταλήγουν σε καταδίκη. Παρότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που τροφοδοτούν αυτό το κλίμα, όπως η κόπωση από σκάνδαλα, η αίσθηση ατιμωρησίας και η γενικευμένη δυσπιστία, η λογική της «δίκης δια της δημόσιας πυράς» είναι εξ’ ορισμού προβληματική, επειδή μετατρέπει τη δημόσια σφαίρα σε μηχανισμό εξόντωσης και όχι σε χώρο τεκμηριωμένης κρίσης, θεσμικής ισορροπίας και δικαιοκρατικής κατίσχυσης.
Πεδίο εντυπώσεων
Η συνεχής κατανάλωση αρνητικών ειδήσεων, η σκανδαλολογία και η ηθικολογία τείνουν να διαμορφώνουν μια εξαιρετικά ευμετάβλητη και πολωμένη πολιτική ατζέντα, όπου η επικαιρότητα αλλάζει γρήγορα, πολλά «ξεχνιούνται» ως μεμονωμένα επεισόδια, και τα οποία όμως, τελικά, αποθηκεύονται στη συλλογική μνήμη ως ένα ενιαίο επιβαρυντικό φορτίο για το σύνολο του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Αυτό μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική ουσία σε ένα πεδίο εντυπώσεων και καταγγελιών, δημιουργώντας οριζόντιο κόστος, κυρίως, για αυτά που θεωρούνται ως κόμματα του κατεστημένου (establishment), και τα οποία δυσκολεύονται να πείσουν ότι διαθέτουν την αξιοπιστία και τη δυνατότητα να αλλάξουν το ίδιο το πλαίσιο που τα βαραίνει.
Το ενδεχόμενο ενός πιο δυσλειτουργικού ή σύνθετου, για να το θέσω πιο κομψά, κοινοβουλίου είναι ορατό και οι γραμμές συνεργασιών γίνονται πιο αβέβαιες. Το σκηνικό προδιαγράφει νέους και υπό προϋποθέσεις περισσότερους σχηματισμούς εντός βουλής, ορισμένοι εξ’ αυτών πλήρως αποϊδεολογικοποιημένοι. Αν αυτό «παντρευτεί» με την συνεχή εδραίωση μιας πιο εξ’ ατομικευμένης πολιτικής συμπεριφοράς, χαμηλότερες συσπειρώσεις και υψηλότερη μεταβλητότητα δημιουργεί ένα πλαίσιο που δυσκολεύει τη σταθερή παραγωγή πολιτικής, αυξάνει το κόστος συνεννόησης και ενισχύει την προοπτική να κυριαρχήσουν τακτικισμοί, βραχυπρόθεσμες συμμαχίες και ασταθείς πλειοψηφίες.
Η απώλεια του ρυθμιστικού ρόλου των παραδοσιακών μεσαίων δυνάμεων, αυτού που συχνά αποκαλείται «Κέντρο», αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού: ο ρόλος του ρυθμιστή δεν συγκεντρώνεται πια σε μία ή δύο ιστορικά προσδιορισμένες δυνάμεις (ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ), αλλά διαχέεται. Σε ένα τέτοιο σκηνικό, περισσότερα και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους κόμματα θα μπορούν να διεκδικήσουν ρυθμιστική επιρροή: το ΕΛΑΜ, η Άμεση Δημοκρατία Κύπρου, το ΑΛΜΑ και το ΔΗΚΟ. Το αποτέλεσμα είναι οι ισορροπίες να καθορίζονται λιγότερο από σταθερές γεωγραφίες του πολιτικού χώρου και περισσότερο από συγκυρίες, θεματικές αιχμές και διαπραγματεύσεις ανά περίπτωση.
Άνοδος της ακροδεξιάς
Η σταθερή άνοδος της ακροδεξιάς που προδιαγράφεται και σε αυτή την εκλογική διαδικασία δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε μια συγκυριακή εκτόνωση θυμού, σε μια ψήφο διαμαρτυρίας ή τιμωρίας που αλλάζει εύκολα κατεύθυνση. Είναι και αυτό βέβαια, αλλά αυτή η ψήφος έχει και άλλα κανάλια με σχεδόν σίγουρη παρουσία στη Βουλή για να διοχετευτεί πλέον. Οι ενδείξεις παραπέμπουν πλέον και σε παγίωση μιας πιο σταθερής ιδεολογικής επιλογής μερίδας του εκλογικού σώματος, η οποία προσκολλάται στο ΕΛΑΜ, αποκτά χαρακτηριστικά «πυρήνα» και ενισχύεται μέσα από διαρροές από τον παραδοσιακό χώρο της δεξιάς, τον ΔΗΣΥ, ο οποίος σε αυτή τη φάση βρίσκεται σε αναζήτηση ταυτότητας και καθαρού πολιτικού στίγματος. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ενδείξεις από τις μετρήσεις παραπέμπουν σε περαιτέρω, σημαντική ενίσχυση του ΕΛΑΜ, με ρεαλιστικό ενδεχόμενο να καταλάβει την τρίτη θέση, εξέλιξη που θα έχει βαρύνουσες συνέπειες για τον δημόσιο διάλογο, για την ατζέντα της προεκλογικής περιόδου και για τις μετεκλογικές ισορροπίες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό: πόσο θα ανέβει δηλαδή το ΕΛΑΜ, αλλά κυρίως ποιοτικό. Πόσο θα μετατοπίσει τα υπόλοιπα κόμματα σε αντανακλαστικές προσαρμογές στη δική του ατζέντα, αντί σε καθαρές πολιτικές απαντήσεις στα αίτια που τροφοδοτούν αυτή τη δυναμική.
Βέβαια, θα επισημάνω στο τετριμμένο, αλλά αναγκαίο. Οι μετρήσεις, όσο χρήσιμες κι αν είναι, παραμένουν στιγμιότυπα μιας μεταβατικής περιόδου, όπου η ρευστότητα, η κόπωση και η αναζήτηση «τιμωρητικής» διόδου συνυπάρχουν με την ανάγκη για σταθερότητα και λύσεις. Μέχρι την 24η Μαΐου 2026, το αποτέλεσμα θα κριθεί λιγότερο από παγιωμένες ταυτίσεις και περισσότερο από το ποιος θα πείσει ότι μπορεί να μετατρέψει τη δυσπιστία σε συγκεκριμένο σχέδιο, χωρίς να εγκλωβιστεί στη διαχείριση εντυπώσεων που τελικά ακυρώνει την πολιτική ουσία.
*Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτική Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.










