Δύο θαλαμοειδείς τάφους του 14ου αι. π.Χ. με εξαιρετικά καλά διατηρημένα αρχαιολογικά συμφραζόμενα έφεραν στο φως οι ανασκαφές του 2025 στο νεκροταφείο της πόλης-λιμανιού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, στη θέση Δρομολαξιά-Βυζακιά (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ).
Η κατάρρευση των οροφών τους ήδη από την αρχαιότητα σφράγισε το περιεχόμενό τους, επιτρέποντας την ασφαλή τεκμηρίωση των ταφικών εθίμων και της κοινωνικής οργάνωσης των κατοίκων της πόλης.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι το εντυπωσιακό σύνολο εισηγμένων αντικειμένων, που καταδεικνύει την ενεργό συμμετοχή της πόλης σε δίκτυα εμπορίου μεγάλων αποστάσεων. Ανάμεσα στα ευρήματα περιλαμβάνονται πολυτελής μυκηναϊκή και αιγαιακή κεραμική, αντικείμενα από ελεφαντόδοντο και αλάβαστρο από την Αίγυπτο, καθώς και εξωτικές πρώτες ύλες όπως λάπις λάζουλι από το Αφγανιστάν, καρνεόλη από την Ινδία και ήλεκτρο από τη Βαλτική.
Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν τον ρόλο του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ ως διεθνούς εμπορικού κόμβου της Ανατολικής Μεσογείου.
Η στρωματογραφία των τάφων δείχνει μακρόχρονη, πολυγενεακή χρήση και έντονη αίσθηση οικογενειακής συνέχειας, ενώ τα πλούσια κτερίσματα υποδηλώνουν ότι ανήκαν σε οικογένειες της άρχουσας τάξης που δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή και εξαγωγή χαλκού.
Τα προκαταρκτικά βιοαρχαιολογικά δεδομένα, σε συνδυασμό με τις μελλοντικές αναλύσεις αρχαίου DNA, αναμένεται να φωτίσουν περαιτέρω ζητήματα συγγένειας, υγείας και καταγωγής του πληθυσμού, ενισχύοντας τη σημασία της θέσης ως ενός από τα σημαντικότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Τα αποτελέσματα των ανασκαφών Μαΐου– Ιουνίου 2025, που επικεντρώθηκαν στο νεκροταφείο που βρίσκεται έξω από την πόλη, ανακοίνωσε το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Διεξήχθησαν υπό την διεύθυνση του διακεκριμένου Αυστροσουηδού καθηγητή Πέτερ Μ. Φίσερ του Πανεπιστημίου του Γκαίτεμποργκ στη Σουηδία.
Το αστικό κέντρο στο Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, έκτασης τουλάχιστον 25 εκταρίων, ιδρύθηκε γύρω στο 1650/30 π.Χ., κατά τη μετάβαση από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Άνθησε για σχεδόν πέντε αιώνες, πριν καταστραφεί και εγκαταλειφθεί γύρω στο 1150 π.Χ.
Η ανασκαφική περίοδος του 2025 επικεντρώθηκε στην Περιοχή Α, σύμφωνα και με τα ευρήματα γεωφυσικών διασκοπίσεων και επιφανειακών ερευνών προηγούμενων ετών. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ανθρωπογενείς κατασκευές που είχαν επηρεαστεί από τη διάβρωση και από γεωργικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου ενός πηγαδιού εγκαταλειμμένου από καιρό και δύο θαλαμοειδών τάφων, που χρονολογούνται στον 14ο αιώνα π.Χ.
Μια σύγχρονη γεώτρηση δίπλα στο αρχαίο πηγάδι επιβεβαίωσε την υψηλή αλατότητα των υπόγειων υδάτων (σε βάθος περίπου 10 μ. από την επιφάνεια), η οποία πιθανότατα οδήγησε στην εγκατάλειψη του πηγαδιού ήδη από την αρχαιότητα. Οι θαλαμοειδείς τάφοι, των οποίων οι οροφές είχαν καταρρεύσει ήδη από την αρχαιότητα, διατήρησαν πολύτιμα αρχαιολογικά συμφραζόμενα. Αν και ορισμένα αντικείμενα υπέστησαν φθορές, η κατάρρευση ουσιαστικά σφράγισε τους τάφους, προστατεύοντας το περιεχόμενό τους και επιτρέποντας στην ερευνητική ομάδα να αντλήσει κρίσιμες πληροφορίες για τα ταφικά έθιμα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του Ράινερ Φελντμπάχερ και μελών της σουηδικής αποστολής. Τα ευρήματα, τόσο από παλαιότερες όσο και από τις πρόσφατες ανασκαφικές περιόδους, μελετήθηκαν από την καθηγήτρια Τερέζα Μπίργκε στους αποθηκευτικούς χώρους του Αρχαιολογικού Μουσείου της Επαρχίας Λάρνακας.
Η αποστολή επωφελήθηκε επίσης από την εξειδίκευση των βιοαρχαιολόγων, της καθηγήτριας Κίρζι Λόρεντς και της Γιούκο Μιγιαούτσι (Ινστιτούτο Κύπρου), για την ανασκαφή και τεκμηρίωση των ανθρώπινων καταλοίπων. Ο καθηγητής Σορίν Ερμόν και η ομάδα του, επίσης από το Ινστιτούτο Κύπρου, παρείχαν υποστήριξη στη δισδιάστατη και τρισδιάστατη τεκμηρίωση, καθώς και στην ανάλυση των υλικών.
Οι τάφοι απέδωσαν πληθώρα ευρημάτων, μεταξύ των οποίων επιμελώς κατασκευασμένη τοπική κεραμική, εργαλεία και αντικείμενα προσωπικού στολισμού. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το εντυπωσιακό σύνολο των εισηγμένων αντικειμένων, το οποίο μαρτυρεί την ενεργό συμμετοχή του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ σε δίκτυα εμπορίου μεγάλων αποστάσεων. Πολυτελής κεραμική έφθασε από την ηπειρωτική Ελλάδα (κυρίως από το Μπερμπάτι και την Τίρυνθα), την Κρήτη και άλλα νησιά του Αιγαίου, ενώ από την Αίγυπτο προήλθαν αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, καθώς και αγγεία από υψηλής ποιότητας ασβεστίτη (αλάβαστρο).

Στα εισηγμένα αντικείμενα περιλαμβάνονται ο βαθυκύανος ημιπολύτιμος λίθος λάπις λάζουλι από το Αφγανιστάν (το ορυχείο Sar i-Sang), η καστανέρυθρη καρνεόλη από την Ινδία (το ορυχείο Gujarat), καθώς και το ήλεκτρο (ορισμένα τεμάχια διαμορφωμένα σε χάνδρες και ακόμη και σε σκαραβαίο) από την περιοχή της Βαλτικής. Τα εξωτικά αυτά αντικείμενα πιθανότατα έφθασαν στην Κύπρο μέσω σύνθετων εμπορικών διαδρομών, συχνά με τη διαμεσολάβηση πολιτισμών όπως ο μυκηναϊκός, ο αιγυπτιακός και ο μεσοποταμιακός.
Η νουραγική κεραμική της Σαρδηνίας απηχεί ήδη τεκμηριωμένες ανταλλαγές, στο πλαίσιο των οποίων κυπριακά τάλαντα χαλκού και συγκεκριμένα τα λεγόμενα τάλαντα σε σχήμα τεντωμένης δοράς βοδιού (oxhide ingots), έφθαναν μέχρι τη Σαρδηνία, αναδεικνύοντας τον καίριο ρόλο της Κύπρου στο μεσογειακό εμπόριο της Εποχής του Χαλκού.
Ο πλούτος της πόλης στηριζόταν στην παραγωγή και την εξαγωγή χαλκού. Τα κατάλοιπα δραστηριοτήτων επεξεργασίας του χαλκού, όπως σωροί σκωρίας, μεταλλεύματα, καμίνια και χωνευτήρια, επιβεβαιώνουν την εκτεταμένη ενδο-αστική επεξεργασία του μετάλλου.
Οι πρώτες ύλες από την οροσειρά του Τροόδους υποβάλλονταν σε τοπική επεξεργασία και διακινούνταν μέσω του καλά προστατευμένου λιμανιού του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, καθιστώντας την πόλη ελκυστικό κόμβο για εμπόρους από ολόκληρη τη Μεσόγειο και πέραν αυτής, ιδίως από τα μέσα του 15ου έως τα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ.
Οι τάφοι στο Χαλά Σουλτάν Τεκκέ προσφέρουν εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για τα ταφικά έθιμα και την κοινωνική οργάνωση των αρχαίων κατοίκων της θέσης. Στρωματογραφικά δεδομένα δείχνουν ότι οι τάφοι χρησιμοποιούνταν για πολλές γενιές, με τα παλαιότερα ανθρώπινα κατάλοιπα να μετατοπίζονται συχνά με προσοχή, ώστε να δημιουργείται χώρος για νέες ταφές. Η σκόπιμη αυτή επαναχρησιμοποίηση αντανακλά μια έντονη αίσθηση οικογενειακής συνέχειας και δεσμών συγγένειας.
Η μακρόχρονη χρήση των τάφων, που συχνά εκτεινόταν σε διάστημα άνω του ενός αιώνα, δημιούργησε μια χρήσιμη στρωματογραφία. Ειδικότερα, η στρωματοποιημένη κατανομή των κτερισμάτων, και κυρίως της κεραμικής, είναι καθοριστικής σημασίας για τη βελτίωση της χρονολόγησης του χώρου.
Η συνεχιζόμενη μελέτη των ανθρώπινων καταλοίπων, συμπεριλαμβανομένων αναλύσεων αρχαίου DNA, αναμένεται να φωτίσει περαιτέρω τα πρότυπα συγγένειας εντός των τάφων, καθώς και ζητήματα δημογραφίας, υγείας και τρόπου ζωής του αρχαίου πληθυσμού της πόλης. Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα δείχνουν ότι στους τάφους περιλαμβάνονται άτομα όλων των ηλικιών, από νεογνά έως ενήλικες που σπάνια υπερβαίνουν τα 40 έτη, γεγονός που αντανακλά ένα χαμηλό προσδόκιμο ζωής, σύμφωνο με τα δεδομένα της εποχής.
Συνοψίζοντας, τα ευρήματα στη Χαλά Σουλτάν Τεκκέ επαναβεβαιώνουν τη σημασία της πόλης ως ενός μείζονος οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Το πλούσιο σύνολο εισηγμένων αντικειμένων και τα υψηλής ποιότητας τοπικά τεχνουργήματα που εντοπίστηκαν στους τάφους, υποδηλώνουν ότι αυτοί ανήκαν σε οικογένειες της άρχουσας τάξης, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στην εξαγωγή χαλκού και στο διεθνές εμπόριο.
Οι προτιμήσεις σε συγκεκριμένα ξένα αγαθά σε ορισμένους τάφους ενδέχεται μάλιστα να υποδηλώνουν εξειδικευμένους εμπορικούς ρόλους ή την παρουσία μεταναστευτικών κοινοτήτων εντός της πόλης.


