Κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ανακαλέσει ή να αρνηθεί τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα όταν υφίστανται εύλογοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι ο αιτητής συνιστά απειλή για την ασφάλεια του κράτους, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί βασίζονται σε πράξεις ή συμπεριφορές που έλαβαν χώρα πριν την είσοδό του στο έδαφος του κράτους-μέλους.
Αυτό αποφάσισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), απαντώντας σε προδικαστικά ερωτήματα του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, τα ερωτήματα κατατέθηκαν στο πλαίσιο προσφυγής υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος εισήλθε παράνομα στην Κύπρο και κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Το αίτημά του για διεθνή προστασία απορρίφθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αρμόδιο δικαστήριο.
Όπως αναφέρει το Δικαστήριο της ΕΕ, «ο βαθμός σοβαρότητας του κινδύνου που δικαιολογεί την ανάκληση ή την άρνηση χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα και οι συνέπειες που έχει μια τέτοια απόφαση για τον αιτητή, δεν απαιτεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις που σχετίζονται με τον όρο ‘επικίνδυνος εις την ασφάλειαν της χώρας’ κατά τη Σύμβαση της Γενεύης».
Το ΔΕΕ επισημαίνει επίσης ότι «η αρμόδια Αρχή δεν μπορεί να υποχρεούται να μην λαμβάνει υπ’ όψιν προγενέστερα περιστατικά ή συμπεριφορές που καταλογίζονται στον πρόσφυγα», προσθέτοντας πως η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο επιτακτική όταν η Αρχή εξετάζει για πρώτη φορά αίτηση χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα.
Η Κυπριακή Δημοκρατία συμμετείχε στη διαδικασία υποβάλλοντας Γραπτές Παρατηρήσεις, τις οποίες συνέταξε η Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, Φρόσω Σωτηρίου, με τη συμβολή του Υποτομέα Προσφυγών του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, που υπάγεται στον Τομέα Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Υπηρεσίας.