Χριστούγεννα. Καθόμαστε στο τραπέζι. Δεξιά μου η κουνιάδα μου, αριστερά μου η κόρη της, απέναντί μου ο άντρας της. Δίπλα μου το τηλέφωνο.
Πριν ξεκινήσουμε, το ανοίγω να δω, μήπως με πήρε κάποιος και δεν το άκουσα. Βλέπω το μήνυμα της Φροσούλας. Μια ξαφνιασμένη φωνή πόνου μού βγαίνει ανεξέλεγκτα. Σωπαίνω. Δεν μπορώ να μιλήσω. Ξεκινάμε, τελειώνουμε, το βάρος της απορίας τους βαραίνει γύρω μου, και, καθώς με πιέζει και ο ανεκδήλωτος λυγμός στο στήθος μου, να πω τι συμβαίνει, λέω: «Έφυγε» ο Μιχάλης.»
«Ήταν καλός άνθρωπος, πέθανε Χριστούγεννα», ακούω στέρεο από μάνα και κόρη. Τις κοιτάζω με απορία και το επιβεβαιώνουν με νεύμα: «έτσι είναι!» Ήξεραν ότι ετοίμαζα τρεις εργασίες για την ποίηση του Μιχάλη Ζαφείρη, τους είχα πει κάτι λίγα για τη ζωή του, με είχαν πάει και έβγαλα φωτοτυπίες, τις άπλωσα και κατακυρίευσα το μεγάλο τραπέζι της κουζίνας τους και προσπαθούσα να βγω από μέσα: τρεις διαφορετικές επιλογές:
- α) μια για μια δημόσια εκδήλωση στο κάτω διάζωμα της πλατείας Ελευθερίας, που θα γινόταν κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και δεν έγινε τελικά,
- β) μια για ένα αφιέρωμα στο περιοδικό Άνευ, που επίκειται για το επόμενο τεύχος, και μια ανθολογία για έκδοση, με τα καλύτερά του ποιήματα.
Αυτό το τελευταίο, βάρος μεγάλο! Η εντολή: να διαλέξω δύο – τα καλύτερα – ποιήματα του Μιχάλη από κάθε ποιητική του συλλογή. Πώς όμως να το κάνω, όταν υπάρχουν συλλογές, που δε θα ήθελα να εξαιρέσω, παρά μόνο ελάχιστα ποιήματα, και αυτό με πόνο ψυχής;!
Αλλάζω το θέμα, αλλάζω τα κριτήρια, μήπως αυτό βοηθήσει κάπως και πελαγώνω και πάλι! Το αναφέρω στη Φροσούλα και προσφέρεται να βοηθήσει. Το κάνει με συνέπεια. Σε κάποια ποιήματα συμφωνούμε. Τα άλλα πρέπει να τα ξαναδώ σε σχέση με τις δικές μου επιλογές.
Στο μεταξύ αρρωσταίνει ο Μιχάλης. Μεταφέρεται επειγόντως στο νοσοκομείο. Τώρα πια δεν υπάρχει διάθεση για καμιά επιλογή. Η Φροσούλα αναφέρεται σε μια έκδοση απάντων του Μιχάλη. Η άποψή μου είναι ότι αυτό είναι το σωστό να γίνει! Να μη δώσουμε μόνο τη βιτρίνα του έργου του, που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος, παρά να καταθέσουμε όλο το έργο του, το αυθόρμητο, το αδούλευτο, ακόμη και το μη άμεσα κατανοητό, εκείνο με τις ανισότητες, τα ποιήματα τα όχι υποδειγματικά, από τα οποία όμως ξεπηδούν ξαφνικά κάτι στίχοι, σαν παπαρούνες, σαν ολόλαμπρες μαργαρίτες ανάμεσα σε χορτοάγκαθα.
Αυτά είναι τα ποιήματα, που με συγκινούν πιο πολύ. Όπως τα έργα, που έφτιαξε ο Γιαννούλης Χαλεπάς, μετά τον θάνατο της μητέρας του, μετά τα σαράντα χρόνια ταλαιπωρίας του, εγκλεισμού, καταφρόνιας και απαξίωσης. Γιατί κάτι παρόμοιο συνέβηκε και με τον Μιχάλη: είναι ένας ποιητής, που σπρώχτηκε στο περιθώριο από τις συγκυρίες της ζωής, ξεχασμένος από τους ανθρώπους, αφημένος στην πικρή του μοίρα, με ελάχιστους εναπομείναντες φίλους του.
Τον είχα γνωρίσει ένα δυο χρόνια πριν από την έκδοση του πρώτου βιβλίου του Επάλληλοι κύκλοι τέμνουν το σχιζοφρενικό τοπίο ή το παιδί που έφυγε ταξιδεύοντας για τ’ άστρα, εκδόσεις Διογένης, Αθήνα, 1978. Εντυπωσιακός τίτλος, αλλά όχι για εντυπωσιασμό. Μακρύς, όπως ο πόνος του. Και περιεχόμενο, που σκίζει ψυχές!
Διαβάζω ένα μικρό ποίημα:
ΥΠΟΣΧΕΣΗ
Με την πρώτη έλευση της νυχτιάς
Βυθομέτρησα τα ερέβη της Σελήνης
Κι είδα
Στο θαμπόφως την ελπίδα της έλευσής σου
Ήλιε.
Σε σένα, μικρή προσφυγοπούλα,
Δεν υπόσχομαι ήλιους χίλιους
Να σου χαρίσω, μήτε φλουριά
Και τέτοια
Μονάχα λεύτερη τη γη την πατρική.
Ματωμένη, μα λεύτερη.
Ανήσυχοι καιροί: ο πόλεμος φρέσκος, η προσφυγιά ξεκρέμαστη, το γυναικείο κίνημα στην κορύφωσή του, νέες ιδέες για την Παιδεία και το κίνημα της Αντιψυχιατρικής να έχει φτάσει ως εδώ. Εμείς, νέοι ανάστατοι, «επαναστατικοί» ή «επαναστατημένοι», γεμάτοι αναζητήσεις, συζητήσεις, δοκιμές και ανοίγματα. Τα Οκτωβριανά μια φωλιά, όπου αναβράζουν όλα αυτά και προσπαθούν να αναδυθούν. Ο Μιχάλης εκεί: γράφει τα ποιήματά του (ανάμεσά τους για το ίδιο το βιβλιοπωλείο, για τον Γιάννη Γκόμπελ, τον κύριο Στέλιο και τη γυναίκα του, στο καφενεδάκι του οποίου βρίσκει καταφύγιο, και αργότερα γράφει μια ολόκληρη συλλογή για την πολύ κοντινή Pub Άνεμος).
Πάντα μισοκρυμμένος στη γωνιά, λιγόλογος, αλλά προβληματισμένος με τα τεκταινόμενα της ζωής. Χωρίς να προβάλλει τον εαυτό του, τη δουλειά του, καλά- καλά την ύπαρξή του. Από τον Μιχάλη ποτέ δεν άκουσα το παραμικρό για τη μητέρα του, την οικογένειά του, την παιδική στέγη στη Λάρνακα (αξιοσημείωτο, το έμαθα τώρα προσπαθώντας να κάνω την επιλογή των ποιημάτων του) και όλα τα παρεμφερή. Αξιοπρέπεια ή εσωστρέφεια ή και τα δυο, δεν έχει σημασία! Σημασία έχει ότι υπέφερε εσωτερικά, κρατούσε για τον εαυτό του τα βάσανά του και χάριζε χαμόγελα σιωπηλά και βλέμματα αγάπης ή με δυσκολία συγκρατούσε το άγχος και το βάρος της επερχόμενης αρρώστιας ή όλων των δεινών που κουβαλούσε.
Τον θαύμασα και τον αγάπησα τον Μιχάλη, με τον δικό μου ιδιότυπο τρόπο. Χωρίς κολακείες, χωρίς εκθειαστικές αναφορές στο έργο του, χωρίς οίκτο, παρά με τον υπόγειο τρόπο, που δημιουργούν οι ταυτίσεις. Θαύμασα τη δύναμη του ταλέντου του, που παρά την αρρώστια που διαλύει τον άνθρωπο, παρά τα φάρμακα που αλλοιώνουν την προσωπικότητα, παρά τα τόσα που του έφερε η ζωή, δεν έπαψε να γράφει. Και να γράφει ποίηση καλή.
Η ζωή το έφερε να απομακρυνθούμε για πολλά χρόνια. Αλλά η ανάγκη του τον έφερνε να συναντιόμαστε κάθε τόσο στα εξωτερικά Ιατρεία του Στροβόλου, όπου τον συνάντησα για τελευταία φορά μέσα στον κορονοϊό, σκουλισμένο και σκυμμένο έτσι, που δεν τον αναγνώρισα. «Μιχάλη, εσύ είσαι;» «Ναι, δε με κατάλαβες;» «Όχι!» Ευτυχώς που του μίλησα. Αλλιώς, δεν ξέρω τι μπορεί να είχε υποθέσει.
Αλλά, η ζωή το έφερε επίσης να εκδοθούν τα τελευταία του ποιήματα, να γίνει η παρουσίαση της συλλογής του στο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Στροβόλου, για να νιώσω εκείνο το βράδυ ότι είχε συντελεστεί μια πράξη δικαιοσύνης και αποκατάστασής του μετά από πολλά χρόνια σιωπής και παραμέλησης.
Η συγκίνησή μου με έκανε να παρακινήσω τον εκλεκτό φίλο (όπως τον θεωρώ προσωπικά) και καλό εκδότη Χάρη Ιωαννίδη, να οργανώσει περαιτέρω εκδηλώσεις, για να προβληθεί το σύνολο του έργου του Μιχάλη Ζαφείρη. Εκείνος μου επέστρεψε την προτροπή, παρακινώντας με να αναλάβω, αφού ο ίδιος, λόγω φόρτου εργασίας, αδυνατούσε. Ευγνωμονώ όλες αυτές τις συγκυρίες, που έκαναν ώστε να ενεργοποιηθούμε οι λιγοστοί εναπομείναντες φίλοι του και να παρουσιάσουμε το συνολικό έργο του στο Πρόζακ στη Λευκωσία, την 1η του Οκτώβρη, και την επομένη, στο Τεχνοδρόμιο στη Λεμεσό, με πολλή επιτυχία, συγκινητική συμμετοχή, ευχαριστίες για αυτό που είχαμε κάνει, που φάνηκε ότι το διψούσαν οι Λεμσιανοί, και προτροπές για επανάληψη τέτοιων εκδηλώσεων.
Από τη μια χαρήκαμε για αυτή την άδολη, ζεστή αποδοχή (είδα μάτια να δακρύζουν), αλλά από την άλλη λυπηθήκαμε που είχαμε αρνηθεί τη συμμετοχή του Μιχάλη, που τόσο την επιθυμούσε και τη δικαιούνταν, από φόβο μήπως νιώσει στενόχωρα και θελήσει να φύγει και ποιος θα τον έφερνε μες στη νύχτα πίσω στη Λευκωσία. Δε σκεφτήκαμε καν να βγάλουμε μερικές φωτογραφίες. Πάντως τη χαρά την πήρε! Όπως και όταν του είπα για την εκδήλωση στην Πλατεία Ελευθερίας, χωρίς να του πω για τις άλλες δύο, για να μην τον αναστατώσω. Ήθελα να τον πληροφορήσω, όταν θα ήταν κοντά στην υλοποίησή του το καθετί.
Ήταν όμως χαρακτηριστικό ότι ένας παλιός του φίλος και θαυμαστής στη Λεμεσό, μας διάβασε ένα χειρόγραφο ποίημα του Μιχάλη, που είχε σταλεί για έκδοση στο περιοδικό Άμαξα. Ποίημα, που έδειχνε το ύφος, το ήθος και τη θαυμαστή του ικανότητα να γράφει ποίηση και όχι ποιήματα, γιατί είναι άλλο πράγμα να γράφεις ποιήματα και άλλο να γράφεις ποίηση!
Λυπάμαι για τους παραμελημένους (αληθινούς) ποιητές, που ξεχνιούνται, επειδή και μόνο είναι σεμνοί. Ενώ άλλοι επιδεικνύονται, μπαίνουν μπροστά, εκπυρσοκροτούν βεγγαλικά και αυτοδοξάζονται. Γι’ αυτό έχω γράψει ότι θεωρώ πως ο Μιχάλης είναι ο «ποιητής του μέλλοντος». Όταν τα φώτα θα σβήσουν, όταν οι βιτρίνες θα θαμπώσουν, όταν τα διαλαλητά θα σωπάσουν, τότε η ποίηση του Μιχάλη Ζαφείρη θα αναδυθεί άμεση, καθαρή και ατόφια, να μιλά με γνησιότητα για τους πονεμένους της ζωής, για τα παιδιά του πολέμου, για τους βαριά εργαζόμενους, για του μακρινούς, βασανισμένους πολίτες άλλων χωρών, για ήρωες και θυσιασθέντες, για τη μαραζώνουσα Πατρίδα, για τις κοινωνικές ανισότητες και την ανοησία των «καλοζωισμένων», για την αγάπη, που άλλοτε τη ζει, τη νιώθει και την εκφράζει, και άλλοτε υπομένει τον πόνο της ματαιωμένης ή ανεκπλήρωτης αγάπης, που όμως δεν παύει να της είναι πιστός και να τη διατηρεί στην καρδιά του. Για τους φίλους, τους συγγενείς, τους γείτονες, ανθρώπους που τους περιβάλλει με αγάπη, γιατί αυτό είναι το κυρίαρχο στην ποίησή του, η αγάπη.
Θα σας διαβάσω ένα ακόμη ποίημα του Μιχάλη, που το θεωρώ χαρακτηριστικό του ήθους, του ψυχισμού, των θεμάτων που τον απασχολούν:
Η ΚΙΘΑΡΑ
Η κιθάρα με τις έξι χορδές
είναι το ακαταμάχητό μου όπλο.
Τραγουδάει.
Κανείς ποτέ δεν τόλμησε να της αντιμιλήσει.
Αγαπώ την κιθάρα μου,
γιατί εκεί μέσα έχω κλείσει όλο τον κόσμο.
Η πρώτη της χορδή λέγεται Μι
και κει μιλάει
ο Γιάννης
ο Φοίβος,
ο Ανδρέας
Οι φίλοι, οι αγαπημένοι, ωραίοι και αγνοί.
Και οι επόμενες τέσσερις χορδές της
είναι υπέροχες στην κορυφή της έκστασης.
Είναι η βιοπάλη
ο αγωνιστής
η θυσία
η αγάπη και η απόγνωση.
Μα η πιο αγαπημένη είναι η τελευταία,
η μικρή χορδή
που κι αυτή λέγεται Μι.
Εκεί είναι η Λουκία
η Μαρία
η Άννα Κι η Φρόσω.
Αγαπώ την κιθάρα μου, γιατί
εκεί μέσα έχω κλείσει
τον υπέρτατο αγώνα του σύμπαντος
και την εναγώνια κλήση του
για ένα μικρό κόκκινο γαρύφαλλο
στη γνωστή δίκη του Μπελογιάννη.
Η κιθάρα με τις έξι χορδές της
είναι το μόνο μου όπλο.
Τραγουδάει
Τραγουδάει
Τραγου…
Τραγουδούσε
Μια βόμβα ναπάλμ τη διαμέλισε
σε σχήμα ανθρώπινο
και απόμεινε ακρωτηριασμένο μέλος.
Θαύμασα τον Μιχάλη! Τον Μιχάλη ποιητή, τον Μιχάλη άνθρωπο, γιατί τι είναι ο ποιητής ή ο καλλιτέχνης χωρίς την ανθρωπιά του;
Αποτύπωμα ανθρωπιάς η ζωή και η ποίηση του Μιχάλη, η οποία ευτυχώς θα μας συντροφεύει και μετά την πορεία του στο φως, «ένθα απέδρα πάσα λύπη, νόσος και στεναγμός» και όπου υπάρχει «ζωή ατελεύτητος».
Ώρα σου καλή, Μιχάλη, και καλόδεχτος στη Χώρα του Φωτός!
Άννα Τενέζη, Λευκωσία, 30/12/2025










