Η συνετή μακροοικονομική πολιτική του κράτους και η βελτιωμένη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος ενίσχυσαν την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές, με αποτέλεσμα την έκδοση10ετούς ομολόγου με ευνοϊκότερους όρους, προς όφελος της κυπριακής οικονομίας και κοινωνίας γενικότερα. Συνεπώς, όταν η Κύπρος δανείζεται φτηνότερα, μένουν περισσότεροι διαθέσιμοι πόροι για κοινωνικές παροχές και μειώνεται η πίεση για φόρους η περικοπές.
Γιατί τόση εμπιστοσύνη στα Κυπριακά Ομόλογα;
Στις 21 Ιανουαρίου 2026, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε 10ετές ομόλογο και άντλησε €1 δισ., με κουπόνι 3,25% και απόδοση κατά την έκδοση 3,339%, στο πλαίσιο κάλυψης χρηματοδοτικών αναγκών του 2026 και της ευρύτερης στρατηγικής διαχείρισης και αναχρηματοδότησης του δημοσίου χρέους.
Η ζήτηση έφτασε σχεδόν τα €16,5 δισ., ένδειξη εμπιστοσύνης από θεσμικούς επενδυτές, όπως ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες, κεντρικές τράπεζες, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών/ΓΔΔΧ. Η εμπιστοσύνη κερδίζεται και συνδέεται με την ορθή αξιολόγηση και διαχείριση κινδύνων, τόσο εξωγενών, όπως γεωπολιτικές εξελίξεις, επίπεδο επιτοκίων της ΕΚΤ, όσο και ενδογενών, δηλαδή, μακροοικονομικών και τραπεζικών.
Στην περίπτωση της Κύπρου, οι βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες έχουν βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια και με βάση προβλέψεις για το 2025, κινούνται καλύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ: ανάπτυξη ΑΕΠ 3,5%, δημόσιο χρέος ~56% με πτωτική τάση, ανεργία 4,6%, και δημοσιονομικό πλεόνασμα που δείχνει πειθαρχία της τάξης του +3,3%, σύμφωνα με την Eurostat, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Υπουργείο Οικονομικών.
Ο δεύτερος πυλώνας είναι το τραπεζικό σύστημα. Μετά από μία δύσκολη δεκαετία, καταγράφεται σαφώς καλύτερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα με βελτιώσεις στην κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα και σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ), σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου.
Αυτή η συνολική εικόνα περιορίζει την αβεβαιότητα και ενισχύει την σταθερότητα της χώρας. Το κρίσιμο, όμως, είναι η διάρκεια αυτής της εικόνας και το κατά πόσο οι θετικές επιδόσεις αντέχουν σε δυσμενείς εξωτερικές εξελίξεις και/ή σε εσωτερικές πιέσεις για χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Πώς συγκρίνονται οι αποδόσεις της πρόσφατης έκδοσης με την προηγούμενη έκδοσηκαι με εκδόσεις άλλων κρατών–μελών της ΕΕ; Πλήρωσε το κράτος περισσότερους ή λιγότερους τόκους και αν ναι, γιατί;
H μείωση της απόδοσης της πρόσφατης έκδοσης (3,339%) σε σύγκριση με την έκδοση του Απριλίου 2023 (4,219%) ισοδυναμεί με περίπου €8,8 εκ. λιγότερο κόστος σε τόκους ανά έτος για €1 δισ. δανεισμό. Σημειώνεται ότι η μείωση δεν οφείλεται αποκλειστικά σε βελτίωση του κινδύνου της χώρας, αλλά και στην αποκλιμάκωση των επιτοκίων της ΕΚΤ, κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα, τα οποία επηρεάζουν συνολικά το επίπεδο των αποδόσεων στις αγορές.
Στην πρωτογενή αγορά, η απόδοση της Κύπρου στο 3,339% κατατάσσεται σε ανταγωνιστικά επίπεδα. Σε πρόσφατες 10ετείς εκδόσεις κρατών-μελών της ΕΕ, οι αποδόσεις κινούνται στο εύρος 3,1% – 3,5%: Ελλάδα 3,47%, Ιρλανδία 3,145%. Η οικονομία της Κύπρου αποτιμάται συγκριτικά ευνοϊκά από τις αγορές, όμως οι αξιολογήσεις είναι ευάλωτες τόσο σε δυσμενείς εξωτερικούς παράγοντες όσο και σε τυχόν ελάφρυνση των δημοσιονομικών περιορισμών. Γι’ αυτό, οι αποδόσεις μπορεί να αυξηθούν αν υπάρξουν λανθασμένοι χειρισμοί στη δημοσιονομική πολιτική.
Στη δευτερογενή αγορά, στις αρχές Φεβρουαρίου 2026, η απόδοση του κυπριακού 10ετούς ομολόγου ήταν ~3,052% και διαμορφώνεται ευνοϊκά με χώρες όπως η Ισπανία ~3,23%, Ελλάδα ~3,37%, Γαλλία ~3,45% και η Τσεχία ~4,32%, σύμφωνα με στοιχεία της ΕCB, Bloomberg και Trading Economics. Το αποτέλεσμα αυτό για την Κύπρο υποδεικνύει ότι οι θεσμικοί επενδυτές αποδέχονται χαμηλότερο αναμενόμενο ποσοστό απόδοσης και ότι οι αποδόσεις των ομολόγων μας δεν συνάδουν με προφίλ ριψοκίνδυνης αναδυόμενης οικονομίας.
Γιατί μας συμφέρουν χαμηλότερες κρατικές αποδόσεις ομολόγων;
Όταν πέφτουν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, το κράτος δανείζεται φθηνότερα και αυτό αποτυπώνεται στον προϋπολογισμό: πληρώνει λιγότερους τόκους, άρα απελευθερώνει πόρους για υγεία, παιδεία και υποδομές και μειώνει την ανάγκη για φορολογικές αυξήσεις. Το όφελος όμως δεν είναι αυτόματο, διότι κρίνεται από το πού κατευθύνονται οι εξοικονομήσεις. Αν στηριχτούν παραγωγικές επενδύσεις, στοχευμένες δαπάνες και μεταρρυθμίσεις, το κοινωνικό όφελος μπορεί να είναι μακροπρόθεσμο. Αν όμως διατεθούν σε μη παραγωγικές ή οριζόντιες δαπάνες, χωρίς στόχευση, το αποτέλεσμα είναι πρόσκαιρο. Ενδεικτικά, άλλο είναι να επενδύεις σε ψηφιακές υπηρεσίες, εκπαίδευση και υποδομές, που μειώνουν μελλοντικό κόστος και άλλο να κατανέμονται οριζόντια χωρίς στόχευση ή αξιολόγηση αποτελέσματος.
Παράλληλα, ο μειωμένος κίνδυνος του κράτους μειώνει την πίεση για αυστηρότερα φορολογικά μέτρα και δημιουργεί περιθώριο για στοχευμένες ελαφρύνσεις ή κοινωνικές παροχές, ιδίως προς ευάλωτες ομάδες και συνταξιούχους, χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα. Η ευχέρεια αυτή είναι δίκοπο μαχαίρι: μπορεί να στηρίξει την κοινωνία ή να ενισχύσει έντονες ‘πιέσεις συμφερόντων/lobbying’, οδηγώντας σε ασκοπες δαπάνες. Γι’ αυτό, προτεραιότητα είναι η δημοσιονομική πειθαρχία και η έμφαση σε πολιτικές που ενισχύουν την ανάπτυξη και την αξιοπιστία.
Επιπλέον, χαμηλότερος κίνδυνος χώρας συνεπάγεται φθηνότερη χρηματοδότηση για τις κυπριακές τράπεζες και αυξάνει την πιθανότητα να περάσει μέρος αυτής της μείωσης σταδιακά σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω χαμηλότερων επιτοκίων. Αυτό δεν είναι δεδομένο: εξαρτάται από τον ανταγωνισμό στο τραπεζικό σύστημα, τις συνθήκες της αγοράς και το προφίλ κινδύνου κάθε δανειολήπτη, τόσο νοικοκυριών όσο και μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ).
Τέλος, ο χαμηλότερος κίνδυνος χώρας ενισχύει την ελκυστικότητα της Κύπρου για επενδύσεις από το εξωτερικό, ειδικά σε νέους κλάδους, νεοφυείς επιχειρήσεις και τεχνολογία, στηρίζοντας την απασχόληση και τις προοπτικές των μισθών, όταν τα οφέλη διαχέονται στην ευρύτερη οικονομία. Διαφορετικά, οι επενδύσεις μπορεί να μείνουν συγκεντρωμένες σε λίγους τομείς και να μην μεταφραστούν σε γενικότερη αύξηση παραγωγικότητας, μισθών και απασχόλησης.
Πόσο καθοριστική είναι η απόδοση των κρατικών ομολόγων;
Ίσως να μην είναι πάντοτε εμφανές πόσο καθοριστική είναι η απόδοση των κρατικών ομολόγων. Διεθνώς, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο, ακριβώς επειδή καθορίζει πόσο μεγάλο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού καταλήγει σε τόκους και κατά συνέπεια, πόσο δημοσιονομικό περιθώριο μένει για τις ανάγκες της κοινωνίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ, όπου η πίεση για χαμηλότερα επιτόκια συνδέεται και με τον στόχο να αναχρηματοδοτηθεί μέρος του τεράστιου δημόσιου χρέους (περίπου 38 τρισ. δολάρια) με χαμηλότερο κόστος δανεισμού.
Η συζήτηση έχει ενταθεί και σε πολιτικό επίπεδο, με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να πιέζει δημόσια για πιο χαλαρή νομισματική πολιτική. Αυτό αναδεικνύει ότι τα επιτόκια επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές και την κοινωνική πολιτική ενός κράτους. Σε μικρότερη κλίμακα, το ίδιο ισχύει και για χώρες όπως η Κύπρος: ακόμη και μερικά εκατομμύρια ευρώ λιγότεροι τόκοι μπορούν να μεταφραστούν σε πολύ στοχευμένες δημοσιονομικές επιλογές.
Γι‘ αυτό έχει σημασία η αξιοπιστία στις αγορές: η συνετή μακροοικονομική πολιτική και η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας του τραπεζικούμας συστήματοςεπέτρεψαν δανεισμό με ευνοϊκότερους όρους, προς όφελος της κυπριακής οικονομίας και κοινωνίας γενικότερα. Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί η αξιοπιστία όχι μόνο σε καλές συγκυρίες, αλλάκαι όταν οι εξωτερικές συνθήκες επιδεινώνονται και οι εσωτερικές πιέσεις για δημοσιονομική χαλάρωση αυξάνονται, καθώς οι διεθνείς αγορές επιβραβεύουν τη συνέπεια, αλλάαντιδρούν γρήγοραόταν εντοπίζουν σημάδια δημοσιονομικής χαλάρωσης η ασυνέπειας στην οικονομική πολιτική.
* Ph.D., CMA (USA), FCPA (Aust) / Καθηγητής Χρηματοοικονομικών, Πανεπιστήμιο Κύπρου


