Σε αλλαγή στάσης και παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν προχώρησαν οι δύο κατηγορούμενες, οι οποίες απέσπασαν χρηματικά ποσά από ανυποψίαστους ιδιοκτήτες γης, με ψευδείς υποσχέσεις για γρήγορες αποζημιώσεις και πώληση περιουσιών στα κατεχόμενα, κυρίως στην επαρχία Αμμοχώστου.
Οι δύο γυναίκες, ηλικίας 44 και 53 ετών, παρουσιάστηκαν σήμερα ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, όπου ήταν ορισμένη η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, αφού στις 15 Δεκεμβρίου 2025, είχαν απαντήσει με μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Ωστόσο, σήμερα οι δύο κατηγορούμενες άλλαξαν στάση, δηλώνοντας μέσω των δικηγόρων τους ότι θα παραδεχθούν τις κατηγορίες.
Συγκεκριμένα, η 44χρονη παραδέχθηκε 16 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων 12 για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και 4 για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η 53χρονη παραδέχθηκε δύο κατηγορίες που αφορούν καταδολίευση. Τα αδικήματα, σύμφωνα με το κατηγορητηριο, διαπράχθηκαν κατά την περίοδο 2023–2025.
Ενόψει των παραδοχών των κατηγορουμένων, η Κατηγορούσα Αρχή την οποία εκπροσωπεί ο Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, Ανδρέας Αριστείδη, ανέφερε ότι, ασκώντας τις εξουσίες που παρέχει το Σύνταγμα στον Γενικό Εισαγγελέα και βάσει των οδηγιών που έλαβε, θα διακόψει τις υπόλοιπες κατηγορίες που οι κατηγορούμενες δεν έχουν παραδεχθεί. Μετά την πιο πάνω δήλωση, το Κακουργιοδικείο ανέστειλε και απάλλαξε τις κατηγορούμενες από αυτές τις κατηγορίες.
Οι παραπονούμενοι, οι περισσότεροι συγγενείς μεταξύ τους, ξεπερνούν τους 18 σε αριθμό, ενώ οι δύο κατηγορούμενες απέσπασαν συνολικά χρηματικό ποσό που αγγίζει τις €300.000. Οι υποσχέσεις που έδιναν στους παραπονούμενους αφορούσαν είτε αποζημιώσεις μέσω της λεγόμενης Επιτροπής Αποζημιώσεων, είτε διαδικασίες για πώληση των περιουσιών τους. Τα θύματα δήλωσαν στις καταγγελίες τους ότι κατέβαλαν χρήματα είτε με μετρητά είτε μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Revolut, για υποτιθέμενα έξοδα εκτιμήσεων και διαδικασιών πώλησης.
Η 44χρονη, όπως κατήγγειλαν οι παραπονούμενοι, τους παρουσιαζόταν ως δικηγόρος με διασυνδέσεις στα κατεχόμενα, ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη ισχυριζόταν ότι είχε επαφές με Ελληνοκύπριο επενδυτή, ο οποίος αγοράζει περιουσίες στις κατεχόμενες περιοχές.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, η 44χρονη ζητούσε επανειλημμένα χρηματικά ποσά για εκτιμήσεις και διαδικαστικά έξοδα, τα οποία τα θύματα πλήρωναν είτε με μετρητά είτε μέσω Revolut.


