24 Φεβρουαρίου, 2026
10:21 πμ

«Τα πιο πολλά πεζά κομμάτια του σχεδιάζονται από αναμνήσεις, οι οποίες, πότε αφήνονται ελεύθερες να μας γοητεύσουν με το λυρικό και ποιητικό στοιχείο των περασμένων χρόνων, και πότε συνδέονται διακριτικά, από το στοχασμό και την ανάλυση». Απόστολος Σαχίνης

Ο «Κερένιος άγγελος» του Κωστή Παλαμά ανήκει στη κατηγορία διηγημάτων μικρής έκτασης με συμβολικό, ποιητικό ή αλληγορικό χαρακτήρα. Κυκλοφόρησε όπως τα υπόλοιπα ιδίου ύφους την περίοδο 1898-1900.

Πρόκειται για ωραιολογικά ή συμβολικά πεζά κείμενα που ο Απόστολος Σαχίνης τα αποκαλεί «παραστρατισμένα στον πεζό λόγο ποιήματα». Σύμφωνα με τον ίδιο, ό,τι συνδέεται με τον ποιητή, ό,τι του απασχολεί τη μνήμη ή τη σκέψη, ό,τι τον συγκινεί και ό,τι προσωπικά τον ενδιαφέρει, περνά στις σελίδες του αυτές με γοργό, απλό και ελεύθερο τρόπο.

«Και ο καραγκιόζης και το καραβάκι και το ταμπούρλο και το τουφεκάκι και το αλογάκι και το δάσος και το σπαθάκι και ο άγγελος, καθώς εκεί τα βλέπεις, έχουν κάτι πλέον ακίνητο και πλέον ιερόν από τα παλιά βυζαντινά εικονίσματα, κληρονομιά προγόνων μακρινών, αγνάντια τους καντηλοφωτισμένα στο εικονοστάσιο. Ώ! κ’έχουν κάτι θλιβερόν ασύγκριτο».

Με γλαφυρό τρόπο και μια δόση μελαγχολίας ο Παλαμάς παραθέτει και περιγράφει τα αντικείμενα σε ένα δωμάτιο μάλλον φανταστικό. Αφημένα στο χώρο και τον χρόνο, αυτά ξαποσταίνουν και συνάμα γεύονται το βάρος της αχρηστίας και της εγκατάλειψης στις οποίες περιήλθαν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η στατικότητα της οποίας αυτά είναι έμπλεα, τους προσδίδει μιαν ιερότητα αντίστοιχη αυτής που μια βυζαντινή εικόνα αποπνέει.

Η διατύπωση αυτή είναι ενδεικτική της αντίληψης του ποιητή όσον αφορά στην έννοια του ιερού και της αδιάρρηκτης σχέσης του με την αντίστοιχη του ασάλευτου. Τα αντικείμενα που αντικρίζει βρίσκονται θα έλεγα εν αργία. Στο σημείο αυτό προκύπτει εντούτοις μια παραδοξότητα. Κάθε τι που παραμένει στάσιμο, ανάγεται σε ιερό και συνεπώς θλιμμένο;

Είναι βέβαιο ότι οι εικόνες θρησκευτικού περιεχομένου και πιο συγκεκριμένα βυζαντινής τεχνοτροπίας ανεξάρτητα της θεματολογίας της οποίας άπτονται, θέτουν το ζήτημα της ακινησίας και της κατάνυξης αλλά στερούνται χαράς. Σε ποιο βαθμό παρόλα αυτά, τα αντικείμενα μπορούν να λογιστούν ως ιερά; Τι θα μπορούσε να προσδώσει σε αυτά το στίγμα ενός πράγματος που «οικειώνεται» μια μεταφυσική μεταφορά;

Ο Παλαμάς στην προσπάθεια του να ποιητικοποιήσει τα πάντα, επιχειρεί στην περίπτωση αυτή να αναδείξει θέσεις αντικειμένων, όχι στη βάση μιας ειδολογικής κατάταξης αλλά στο μέτρο της δυναμικής που η όψη τους διαθέτει.

Κλεισμένος σε ένα δωμάτιο αναπολεί εικόνες, ήχους, μυρωδιές. Πρόκειται για μια στιγμή, από εκείνες τις σπάνιες, όπου ο ίδιος γυρνά την πλάτη στον κοινωνικό περίγυρο για να στραφεί και να κοιτάξει μέσα του.

Στα σημειώματα του γράφει: «Ό,τι αγνότερο και ό,τι βαθύτερο κατέχει ο άνθρωπος το αισθάνεται σε κάποιες στιγμές γοργές ελεύθερες, κατά πλάτος και βάθος ατομικές, ολότελα δικές του, ολότελα λυτρωμένες από την ενέργεια του γύρω του, από την κοινωνική επιρροή».

Στη βάση μιας τέτοιας αρχής απόλυτα συνυφασμένης με τη συνθήκη του ενδόμυχου ο ποιητής προχωρεί σε ένα πρόσταγμα καθαρά μεταφυσικό προκειμένου να «εμψυχώσει» τα ατάραχα και άπνοα αντικείμενα που τον περιβάλλουν.

Γράφει: «Στο θαμποχάραμα της αυγής, ο κερένιος άγγελος ο ανοιχτόφτερος, χαμογελώντας μυστικά και πολυσήμαντα, σάλεψεν από τον τόπον του, και υψώνοντας το χέρι σαν να τού έγνεψε κάποιου, πέταξεν εμπρός». Με ένα νεύμα του να επιβεβαιώνει τον ηγετικό του ρόλο, ο κερένιος άγγελος «εγείρει» τα αντικείμενα, τα ζωντανεύει, καλώντας τα παράλληλα να τον ακολουθήσουν μέχρι τον τάφο ενός παιδιού.

Ανακτώντας παλιές τους λειτουργίες και ιδιότητες, τα αντικείμενα απολαμβάνουν περιμετρικά του τάφου μιαν αναστάσιμη αγαλλίαση ενώ ο άγγελος, με ανοιχτά φτερά σκύβει πάνω στην ταφόπλακα και ψιθυρίζει κάτι. Τότε συντελείται το θαύμα.

Γράφει ο ποιητής σχολιάζοντας την κορύφωση της στιγμής: το μνήμα «σα να μίλησε και σα να σείστηκε και σα να ράγισε. Και σα να πρόβαλαν κάποια ματάκια, και σα να απλώθηκαν κάποια χεράκια από κει μέσα. Και τα ματάκια γύρεψαν, και τα χεράκια αγκαλιάσανε σε μια στιγμή (…) βαθύτερην από την αιωνιότητα, ένα προς ένα και  όλα μαζί (…) Κάτου από το μαγνάδι των αγγελικών φτερών».

Το διήγημα αποτελεί αναμφίβολα μιαν αληθινή σπουδή πάνω στη ζωή και το θάνατο, το φέγγος και το σκότος, το ηττημένο και το μάχιμο. Μέσα από μια φυσική, μεταφυσική και συμβολική προσέγγιση ο Παλαμάς αναγνωρίζει ανενδοίαστα τη δύναμη της επίκλησης όπου και αν αυτή στρέφεται.

Προσηλώνεται σε μια δέσμη αντικειμένων με μόνη και μοναδική πρόθεση να εμφυσήσει σε αυτά πνοή. Με δυνατή εσωτερική ενόρμηση, επιχειρεί την έξοδο τους από το καθεστώς της λήθης και της παύσης στο οποίο περιέπεσαν. Το κατορθώνει ως δια μαγείας, με ένα μόνο πρόσταγμα.

Στην ουσία συστήνει ένα «θέατρο το κόσμου» με τα παιχνίδια να γίνονται συντελεστές μιας παράστασης ταγμένης να ξορκίσει το θάνατο.

Με στοχαστικό βάθος, ποιητολογικό προβληματισμό και συγκριτική στόχευση (αρχαία-χριστιανική θρησκεία), ο ποιητής εγκωμιάζει την ακατάλυτη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τα αντικείμενα. Εξάλλου στον πρόλογο της ποιημάτων «Τα μάτια της ψυχής μου» και στον αντίστοιχο της συλλογής «Οι Πεντασύλλαβο» ο Παλαμάς εξαίρει τη δυνατότητα υποκειμένων και αντικειμένων να συνεργούν ή να συμπλέκονται σε τόπους παραγωγικούς της ποίησης του, τους τόπους της ζωής και του θανάτου.

Αμφότερα μετέχουν σε μια εμπειρία σχέσης διατηρώντας παράλληλα την ετερότητά τους.    

Σημειώσεις:

  • Κωστή Παλαμά, Θάνατος του παλληκαριού και άλλα διηγήματα, εισ. Απόστολος Σαχίνης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1995.
  • Κωστή Παλαμά, Σημειώματα στο περιθώριο, επιμ. Μαρία Ψάλτη, Πατάκης, Αθήνα, 2018.    

Eλεύθερα, 22.2.2026

Exit mobile version