Ένα ισχυρό όπλο στις προσπάθειες κατά της πάταξης του οργανωμένου εγκλήματος ενέκρινε χθες η κυβέρνηση, προωθώντας στη Βουλή ένα πολύ καθοριστικό νομοσχέδιο το οποίο ανατρέπει τα δεδομένα και δίνει στις διωκτικές Aρχές το ισχυρότερο ίσως μέσο που είχαν ποτέ.
Πρόκειται για το νομοσχέδιο που τροποποιεί το Άρθρου 17 του Συντάγματος, έτσι ώστε να επιτρέπεται κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις, η παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων καθώς και άλλης μορφής επικοινωνίας, με σκοπό την εξιχνίαση σοβαρών υποθέσεων που σήμερα είναι δύσκολο να ανιχνευθούν με άλλα μέσα. Η Κύπρος είναι η μοναδική στην Ευρώπη που δεν επιτρέπει την υπό όρους παρακολούθηση τηλεφώνων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και αδυναμίες στην εξιχνίαση σοβαρών εγκλημάτων και παράνομοι να εκφεύγουν της τιμωρίας.
Με το νομοσχέδιο καθορίζονται πρόσθετα αδικήματα από αυτά που προβλέπει η ήδη υπάρχουσα νομοθεσία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω ψηφίστηκε από τις 21/2/2020, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ λόγω των τεχνικών προβλημάτων που επικαλέστηκαν οι πάροχοι κινητής και σταθερής τηλεφωνίας. Σημειώνεται ότι η παρακολούθηση τηλεφώνων ήταν μια από τις εφτά συστάσεις του κλιμακίου εμπειρογνωμόνων του FBI τους οποίους κάλεσε η κυβέρνηση στην Κύπρο για να ενισχύσει τις κυπριακές Αρχές στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, θέμα για το οποίο αναφέρθηκε χθες και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν την έναρξη της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου.
Το νομοσχέδιο, τις πρόνοιες του οποίου φέρνει στο φως σήμερα ο «Φ», θα αναφέρεται ως «Ο περί της Εικοστής Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2026» και αφορά στην τροποποίηση του Άρθρου 17 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στο απόρρητο της αλληλογραφίας και κάθε άλλης μορφής επικοινωνίας, προβλέποντας τις περιπτώσεις υπό τις οποίες δύναται να επιτραπεί επέμβαση στο εν λόγω δικαίωμα. Σκοπός του προτεινόμενου νόμου, είναι η ενίσχυση του ρυθμιστικού πλαισίου για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας, καθώς και για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της σοβαρής και οργανωμένης εγκληματικότητας.
Οι βασικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου είναι οι ακόλουθες:
(α) Διεύρυνση των λόγων άρσης του απορρήτου, ώστε να περιλαμβάνονται πρόσθετες κατηγορίες σοβαρών ποινικών αδικημάτων, μεταξύ άλλων τρομοκρατία, κατασκοπεία, σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση παιδιών, παράνομη διακίνηση μεταναστών, αδικήματα που τελούνται μέσω διαδικτύου και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Περιλαμβάνεται επίσης η προσθήκη της κατοχής ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών με σκοπό την προμήθεια ως αναγνωρισμένου λόγου άρσης του απορρήτου.
(β) Εισαγωγή γραπτής εξουσιοδότησης από τον Γενικό Εισαγγελέα, για άρση του απορρήτου εφόσον η επέμβαση κρίνεται αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία για την ασφάλεια ή/και την κυριαρχία της Δημοκρατίας. Με το υφιστάμενο άρθρο 17, η άρση του απορρήτου για σκοπούς ασφάλειας, απαιτεί δικαστικό διάταγμα.
Όπως αναφέρεται, το Άρθρο 17 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών άρθρων και δύναται να τροποποιηθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εδράζονται στο δίκαιο της ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικές συνθήκες που επικρατούν στην Κυπριακή Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής.
Το νομοσχέδιο έτυχε του απαραίτητου νομοτεχνικού ελέγχου από τον Γενικό Εισαγγελέα και διαβούλευσης με την Αστυνομία Κύπρου και την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών. Το νομοσχέδιο παρουσίασε ο υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως Κώστας Φυτιρής, ενώ μετά την έγκρισή του από το Υπουργικό Συμβούλιο, θα σταλεί στη Βουλή για συζήτηση και ψήφιση.
Σκοπός του νόμου είναι η τροποποίηση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο θεμελιώνει το δικαίωμα στο απόρρητο της αλληλογραφίας και κάθε άλλης μορφής επικοινωνίας, ώστε να ενισχυθεί το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας, καθώς και της καταπολέμησης σοβαρών ποινικών αδικημάτων και του οργανωμένου εγκλήματος.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου επιτρέπεται, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και εγγυήσεις, επέμβαση στο δικαίωμα του απορρήτου των επικοινωνιών προς αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη επιπρόσθετων από τα ήδη προβλεπόμενα αδικήματα, όπως η τρομοκρατία, η κατασκοπεία, η σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση παιδιών, η παράνομη διακίνηση μεταναστών τα αδικήματα που τελούνται μέσω διαδικτύου και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Περαιτέρω, εισάγεται μια νέα πρόνοια με την οποία θα απαιτείται μόνο γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την άρση του απορρήτου, εφόσον η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της πρόληψης και της αντιμετώπισης δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας.
Νέα αδικήματα που περιλαμβάνονται
– Φόνος εκ προμελέτης, ανθρωποκτονία ή απόπειρα για φόνο.
– Εμπορία ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων, αδικήματα που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία και αδικήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική εκμετάλλευση ή σεξουαλική κακοποίηση παιδιών.
– Κατοχή, κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών.
– Αδικήματα τρομοκρατίας και κατασκοπείας.
– Αδικήματα παράνομης διακίνησης μεταναστών και υποβοήθησης παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής στη Δημοκρατία.
– Αδικήματα τελούμενα μέσω διαδικτύου για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω.
– Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Η νέα πρόνοια που εισάγεται, αφορά στην έναρξη παρακολουθήσεων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μόνο με γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας «που δίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της πρόληψης και της αντιμετώπισης δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας». Δηλαδή δεν θα απαιτείται για αδικήματα που απειλούν στην ασφάλεια του κράτους, η εμπλοκή και του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση έγκρισης για παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.
Οι προϋποθέσεις
Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, τις παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων θα διενεργούν κατόπιν δικαστικού διατάγματος, μέλη της Αστυνομίας και της ΚΥΠ τα οποία θα είναι εξουσιοδοτημένα για τον σκοπό αυτό.
Η διαδικασία που θα ακολουθείται θα είναι η εξής: Ο Γενικός Εισαγγελέας, κατόπιν γραπτού αιτήματος του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του διοικητή της ΚΥΠ, θα ζητά την έκδοση δικαστικού διατάγματος για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας εφόσον αυτή είναι αναγκαία για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή για την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Η αίτηση θα συνοδεύεται από ένορκο δήλωση και από έκθεση γεγονότων με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων να δικαιολογούν την έκδοση του δικαστικού εντάλματος. Σημειώνεται ότι την εφαρμογή της νομοθεσίας θα παρακολουθεί τριμελής Επιτροπή.










