Την επανεκδίκαση υπόθεσης τροχαίου ατυχήματος, που σημειώθηκε πριν από τρεις δεκαετίες, διέταξε το Ανώτατο Δικαστήριο, κάνοντας δεκτή έφεση της διαχειρίστριας της περιουσίας τετραπληγικού θύματος και ανατρέποντας πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως καταχρηστική, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για επανεξέταση πιθανών ευθυνών του κράτους και της τοπικής αρχής.
Η υπόθεση αφορά τροχαίο ατύχημα που σημειώθηκε το 1995 στη λεωφόρο Μόρφου, στην περιοχή Αρχαγγέλου στη Λευκωσία, κατά το οποίο ο Ηρόδοτος Κωνσταντίνου τραυματίστηκε σοβαρά όταν παρασύρθηκε από όχημα ενώ επιχειρούσε να διασταυρώσει τον δρόμο πεζός. Ο τραυματισμός του είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει τετραπληγικός και να χάσει την ικανότητα ομιλίας.
Αρχικά, η σύζυγός του είχε καταχωρίσει αγωγή εναντίον του οδηγού του οχήματος, διεκδικώντας αποζημιώσεις για αμέλεια. Η αγωγή απορρίφθηκε πρωτόδικα, ενώ η απόφαση επικυρώθηκε και σε επίπεδο έφεσης το 2007. Ένα χρόνο αργότερα, καταχωρίστηκε νέα αγωγή, αυτή τη φορά εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Δήμου Λακατάμιας, με διαφορετική νομική βάση.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, οι δύο εναγόμενοι παρέλειψαν να εγκαταστήσουν επαρκή φωτισμό στη λεωφόρο, παρά τις σχετικές υποδείξεις της Αστυνομίας, καθώς και να δημιουργήσουν διάβαση πεζών, παρόλο που η περιοχή ήταν πυκνοκατοικημένη. Υποστήριξε ότι οι παραλείψεις αυτές δημιούργησαν επικίνδυνες συνθήκες και συνέβαλαν καθοριστικά στην πρόκληση του ατυχήματος.
Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας, κυρίως επειδή οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική αγωγή. Έκρινε επίσης ότι η μη συμπερίληψή τους τούς είχε στερήσει συνταγματικά δικαιώματα.
Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφώνησε με αυτή την προσέγγιση, επισημαίνοντας ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε είχαν εγείρει τέτοιο ζήτημα, ούτε είχαν δικαίωμα να ακουστούν στην πρώτη αγωγή, αφού δεν ήταν διάδικοι και δεν τους αποδιδόταν τότε οποιαδήποτε ευθύνη. Τόνισε επίσης ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο, καθώς δεν υπήρχε ταυτότητα διαδίκων ή αντικειμένου μεταξύ των δύο αγωγών.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να εγείρει νέα αγωγή εναντίον διαφορετικών προσώπων, στηριζόμενη σε διαφορετικές παραλείψεις, οι οποίες δεν σχετίζονταν με την οδήγηση του οχήματος. Παράλληλα, επισήμανε ότι το βάρος της απόδειξης παρέμενε στην ενάγουσα, ενώ οι εναγόμενοι είχαν πλήρη δυνατότητα να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς.
Αναφορικά με το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν στηριζόταν στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Επεσήμανε ότι η έννοια της κατάχρησης εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων και δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη βάση υποθετικής στέρησης δικαιωμάτων που δεν προβλήθηκε από τους ίδιους τους εναγόμενους.
Επιπλέον, το Ανώτατο έκρινε εσφαλμένη και την αναφορά του πρωτόδικου δικαστηρίου περί ανεπαρκούς δικογράφησης ειδικών ζημιών, σημειώνοντας ότι όχι μόνο δεν είχε προηγηθεί αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά είχαν καταγραφεί συγκεκριμένα ποσά στην έκθεση απαίτησης, όπως δαπάνες για φάρμακα, διαμόρφωση κατοικίας, αγορά αναπηρικού αυτοκινήτου και απώλεια εισοδημάτων.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτούς και τους τρεις λόγους έφεσης, ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της και διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η αγωγή αναμένεται να εξεταστεί εκ νέου με προτεραιότητα, ενώ σημειώνεται ότι δεν απαιτείται να δοθούν οδηγίες για νέο δικαστή, καθώς ο αρχικός δικαστής έχει αφυπηρετήσει.
Το Δικαστήριο επιδίκασε επίσης έξοδα έφεσης ύψους 2.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ εναντίον εκάστου των εφεσίβλητων και υπέρ της εφεσείουσας, ενώ τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας θα κριθούν κατά την επανεκδίκαση της υπόθεσης.










