Νέα επιστημονικά ευρήματα έρχονται να αλλάξουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο του αλκοολισμού. Ακόμη και όταν υπάρχει ισχυρή γενετική προδιάθεση, ένα σταθερό και υποστηρικτικό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά και να μειώσει σημαντικά τις πιθανότητες εξάρτησης.
«Τα γονίδια επηρεάζουν την κατανάλωση αλκοόλ, όμως δεν καθορίζουν από μόνα τους την πορεία ενός ανθρώπου», επισημαίνει η Δρ Jinni Su, επίκουρη καθηγήτρια στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αριζόνα και επικεφαλής της μελέτης.
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από 2.800 ενήλικες, ηλικίας 18 έως 65 ετών, εξετάζοντας τη σχέση ανάμεσα στη γενετική προδιάθεση, τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, το επίπεδο κοινωνικής υποστήριξης και τον κίνδυνο ανάπτυξης αλκοολισμού. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν αυξημένο γενετικό κίνδυνο εμφάνιζαν συχνότερα εξωστρεφή προσωπικότητα, με έντονη ανάγκη για έντονες εμπειρίες, περιπέτεια και κοινωνική αναγνώριση — παράγοντες που ενδέχεται να συνδέονται με αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ.
Ωστόσο, το πιο ενθαρρυντικό εύρημα ήταν άλλο: όταν τα ίδια άτομα διατηρούσαν υγιείς, σταθερές και ουσιαστικές σχέσεις με το οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον, ο κίνδυνος μειωνόταν αισθητά. Η κοινωνική στήριξη λειτούργησε σαν «προστατευτικό δίχτυ», περιορίζοντας την επίδραση της γενετικής ευαλωτότητας.
Με απλά λόγια, η κληρονομικότητα μπορεί να αυξάνει την πιθανότητα, αλλά δεν γράφει το τελικό σενάριο. Οι σχέσεις, η συναισθηματική ασφάλεια και το σταθερό περιβάλλον φαίνεται πως μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά — επιβεβαιώνοντας ότι, πέρα από το DNA, ο ανθρώπινος δεσμός παραμένει ένας από τους ισχυρότερους προστατευτικούς παράγοντες για την ψυχική υγεία.
Πηγή: ygeiamou.gr










