Η αποκάλυψη ενός in situ δαπέδου εργασίας ηλικίας έως και 12.000 ετών, με εργαλεία, πρώτες ύλες και ίχνη καθημερινής δραστηριότητας, αποτελεί το σημαντικότερο εύρημα της φετινής ανασκαφής στην αρχαιολογική θέση Δρούσεια-Σκλοινίκια στην Χερσόνησο του Ακάμα.
Το δάπεδο εργασίας περιλαμβάνει κομμάτια ακατέργαστων πρώτων υλών, πυρήνες, κρουστήρες καθώς και φολίδες. Το εντυπωσιακό αυτό σύνολο παρέχει αρχικές πληροφορίες για κάποιες τουλάχιστον από τις εργασίες που εκτελούνταν στη Σκλοινίκια από τους κατοίκους της.
Χάντρες, τριπτά και άλλα λίθινα εργαλεία, οστά και αντικείμενα από όστρεα συμπληρώνουν το φετινό σύνολο φορητών αρχαιολογικών ευρημάτων. Παράλληλα, ένα εξαιρετικά πλούσιο σύνολο οστρέων εγείρει συναρπαστικά ερωτήματα ως προς το πλήρες φάσμα των δραστηριοτήτων που λάμβαναν χώρα στη Σκλοινίκια με στόχο την αξιοποίηση των φυσικών πόρων της περιοχής.
Η θέση Σκλοινίκια προσθέτει σημαντικά νέα δεδομένα στο υπάρχον σύνολο ανασκαφών που φέρνουν φως την πρώιμη Νεολιθική Κύπρο, αναδεικνύοντας την ως ένα δυναμικό στοιχείο των πολιτιστικών διεργασιών της περιόδου στην ευρύτερη περιοχή.
Οι συνεχιζόμενες έρευνες του Πανεπιστημίου Κύπρου στα Σκλοινίκια και τη γύρω περιοχή τοποθετούν σταθερά τη χερσόνησο του Ακάμα στην ευρύτερη σφαίρα αλληλεπίδρασης της Ανατολικής Μεσογείου κατά την εμφάνιση των νέων τρόπων ζωής (Νεολιθική) και βοηθούν τους επιστήμονες να προσδιορίσουν την ανάπτυξη των προϊστορικών παράκτιων κοινοτήτων, τις τροχιές ανθρώπινης μετανάστευσης και την εγκατάσταση ομάδων ανθρώπων στο νησί σε βάθος χρόνου.
Όπως ανακοίνωσε το Τμήμα Αρχαιοτήτων η ανασκαφή διενεργήθηκε μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2025 στο βορειοδυτικό τμήμα της χερσονήσου του Ακάμα.
Η έρευνα διεξήχθη υπό τη διεύθυνση της ειδικής επιστήμονα της Ερευνητικής Μονάδας Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Θεοδώρας Μούτσιου, σε συνεργασία με τον αρχαιολόγο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Κρίστιαν Ριπμάγερ. Προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές των Πανεπιστημίων Κύπρου, Αθηνών, Κολωνίας και Ρώμης ΙΙΙ συμμετείχαν στη φετινή αποστολή. Η ανασκαφική έρευνα εντάσσεται στο ερευνητικό πρόγραμμα «Exploring the role of coasts in the early prehistory of Cyprus: Integrating archaeological excavations and geospatial technologies at the remote Akamas promontory» (Project TOPOS) που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Λεβέντη.
Η ανασκαφική περίοδος του 2025 συνεχίζει τις εργασίες του προηγούμενου έτους, κατά τις οποίες η γεωφυσική επισκόπηση που διεξήχθη από το Εργαστήριο Γεωπληροφορικής Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Απόστολου Σαρρή, χαρτογράφησε μια σειρά από ιδιάζουσες μαγνητικές ανωμαλίες/ χαρακτηριστικά του υπεδάφους που διερευνήθηκαν μέσω συστηματικής ανασκαφής.
Πέντε τομές που ανασκάφηκαν σε μέγιστο βάθος 60 εκ. αποκάλυψαν ένα πλούσιο σύνολο αντικειμένων, συμπεριλαμβανομένων λίθινων εργαλείων, χαντρών, όστρεων και οστών.
Ο κύριος στόχος της φετινής ανασκαφικής περιόδου ήταν η συνέχιση της ανασκαφής των τομών του 2024 μέχρι την αποκάλυψη του φυσικού υποβάθρου και το άνοιγμα νέων τομών, προκειμένου να εξεταστεί η στρωματογραφική ακολουθία και οι διαδικασίες σχηματισμού της αρχαιολογικής θέσης, καθώς και η συστηματική γεωαναφορά και συλλογή αρχαιολογικού υλικού για εξειδικευμένη ανάλυση, με στόχο τον προσδιορισμό της έκτασης, της φύσης και του χρονολογικού πλαισίου της θέσης.
Και η φετινή ανασκαφική περίοδος κατέγραψε εκατοντάδες λίθινα τέχνεργα με τυπο-τεχνολογικά χαρακτηριστικά που τα τοποθετούν στο τέλος του Πλειστόκαινου – Πρώιμο Ολόκαινο (12-8 χιλιάδες χρόνια από σήμερα).
Προκαταρκτικές χρονολογήσεις με ραδιοάνθρακα AMS 14C σε δείγματα ξυλάνθρακα (κάρβουνο) παρέχουν ένα terminus ante quem περίπου στις 8000 cal BP.
Συνολικά, εννέα νέες τομές χαράχτηκαν και ανασκάφηκαν το 2025. Μία από τις νέες τομές σκάφτηκε έως το φυσικό με στόχο την καλύτερη κατανόηση των διαδικασιών σχηματισμού της θέσης και για το σκοπό αυτό συλλέχθηκαν γεωμορφολογικά δείγματα για περαιτέρω ανάλυση. Οι υπόλοιπες οκτώ τομές ανασκάφηκαν μόνο σε βάθος περίπου 20 εκ., προκειμένου να διευκρινιστεί η φύση μιας ιδιάζουσας μαγνητικής ανωμαλίας που εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια προηγούμενης γεωεπισκόπησης.
Η ανασκαφή αυτού του τελευταίου συνόλου τομών αποκάλυψε το in situ δάπεδο εργασίας.
Οι εργασίες πεδίου περιλάμβαναν επίσης μια σύντομη υποβρύχια έρευνα, στόχος της οποίας ήταν να αξιολογήσει τις πιθανότητες διατήρησης αρχαιολογικών καταλοίπων καθώς και γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών που τυχόν υποδηλώνουν ανθρώπινη χρήση στο παρελθόν.

Δεδομένου ότι κατά την εποχή που τα Σκλοινίκια κατοικούνταν, τουλάχιστον 8000 χρόνια πριν από σήμερα, η στάθμη της θάλασσας ήταν περίπου 15 μέτρα χαμηλότερη από τη σημερινή, η σημερινή περιοχή των υφάλων θα ήταν εκτεθειμένη και προσβάσιμη στον άνθρωπο για εκμετάλλευση.
Οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις πεδίου των δυτών Φίλιπ Χάγιεκ (Τμήμα Αρχαιολογίας και Μουσειολογίας, Πανεπιστήμιο Μάζαρικ και Ινστιτούτο Αρχαιολογίας, Τσεχική Ακαδημία Επιστημών) και Χρίστου Πατσαλίδη (Amber Training & Support Services Ltd) επιβεβαιώνουν ένα σύνθετο θαλάσσιο πολιτιστικό τοπίο, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη για συστηματική υποβρύχια μελέτη.
Η διαχρονική σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα και τη μεταβαλλόμενη ακτογραμμή της χερσονήσου του Ακάμα, ειδικότερα, θα διερευνηθούν περαιτέρω στην τρίτη αποστολή του Πανεπιστημίου Κύπρου στη Δρούσεια Σκλοινίκια, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2026.


