6 Φεβρουαρίου, 2026
2:45 μμ

Πρόταση νόμου με στόχο την αποκατάσταση ισορροπίας στις σχέσεις μεταξύ δανειοληπτών, δανειστών και εγγυητών παρουσίασε ο Αβέρωφ Νεοφύτου, στο πλαίσιο δημοσιογραφικής διάσκεψης, αναφορικά με πρόταση νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026.

Όπως ανέφερε, η πρωτοβουλία προέκυψε έπειτα από εκτενή εξέταση και μελέτη ενός ζητήματος που αφορά σημαντικό αριθμό πολιτών. Υπενθύμισε ότι, μετά τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας που υιοθετήθηκαν πριν από μερικά χρόνια, οι τράπεζες και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων έχουν τη δυνατότητα να προχωρούν σε εκποιήσεις, ακόμη και όταν εκκρεμεί δικαστική απόφαση για το ύψος του δανείου. Την περίοδο εκείνη, όπως σημείωσε, οι αλλαγές θεωρήθηκαν αναγκαίες λόγω των αυξημένων κινδύνων που αντιμετώπιζε το τραπεζικό σύστημα, οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές, καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν αντιμετωπίζει προβλήματα κεφαλαιοποίησης και παρουσιάζει υψηλή κερδοφορία. Παράλληλα, η πλειονότητα των μη εξυπηρετούμενων δανείων βρίσκεται εκτός του τραπεζικού συστήματος, ενώ οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων που απέκτησαν τα δάνεια από τις τράπεζες είχαν αποτιμήσει τις προσωπικές εγγυήσεις ως μηδενικής αξίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι η πρόταση νόμου αποσκοπεί στην εξισορρόπηση των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, προς όφελος δανειοληπτών και εγγυητών, χωρίς να επηρεάζεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όπως σημείωσε, η πρόταση τυγχάνει στήριξης όχι μόνο από τον Δημοκρατικό Συναγερμό αλλά και από βουλευτές άλλων κομμάτων.

Αναφερόμενος στο περιεχόμενο της πρότασης, εξήγησε ότι σε περίπτωση που τράπεζα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων επιλέξει είτε την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού είτε την ανάκτησή του, το ποσό για το οποίο θα ευθύνονται οι εγγυητές περιορίζεται και δεν μπορεί να υπερβαίνει το αρχικό ποσό του δανείου, αφαιρουμένου, ανάλογα με την περίπτωση, του ποσού που θα εισπραχθεί από τον πλειστηριασμό ή της αξίας για την οποία το ακίνητο θα ανακτηθεί.

Προβλέπεται επίσης ότι, εάν δεν επιλεγεί πλειστηριασμός ή ανάκτηση του υποθηκευμένου ακινήτου και υφίσταται δικαστική αμφισβήτηση του οφειλόμενου ποσού από τον δανειολήπτη, η τράπεζα ή η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων υποχρεούται να αναμένει την έκδοση της δικαστικής απόφασης πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα κατά των εγγυητών. Η ρύθμιση αυτή καλύπτει και υποθέσεις που ήδη εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων.

Σε συνοπτική αποτύπωση, η πρόταση παρέχει στον πιστωτή τη δυνατότητα επιλογής ως προς τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Σε περίπτωση πλειστηριασμού, η ευθύνη των εγγυητών περιορίζεται στο αρχικό ποσό του δανείου, μειωμένο κατά το ποσό που θα εισπραχθεί από το ακίνητο. Εάν δεν επιλεγεί αυτή η διαδικασία και ο δανειολήπτης έχει προσφύγει στη Δικαιοσύνη, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να αναμένει την απόφαση του δικαστηρίου.

Όπως αναφέρθηκε, η πρόταση επιδιώκει την αποκατάσταση ισορροπίας στις σχέσεις μεταξύ δανειστή, δανειολήπτη και εγγυητών και αναμένεται να επηρεάσει δεκάδες χιλιάδες εγγυητές δανείων. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση των δανειοληπτών, καθώς οι τράπεζες και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων δεν θα μπορούν να διεκδικούν επ’ αόριστον υπόλοιπα δανείων από εγγυητές, αλλά θα δεσμεύονται από τις αποφάσεις των δικαστηρίων ως προς το ύψος των οφειλών.

Διαβάστε αυτούσια την δήλωση του Αβέρωφ Νεοφύτου:

Μετά από αρκετή σκέψη, και σοβαρή μελέτη, αποφασίσαμε να αναλάβουμε μια πρωτοβουλία ώστε να αποκαταστήσουμε ισορροπία στις σχέσεις μεταξύ δανειολήπτη, δανειστή και εγγυητών, ένα ζήτημα που απασχολεί σημαντικό αριθμό συμπολιτών μας.

Ως γνωστόν, μετά τις αλλαγές που έγιναν στη νομοθεσία πριν λίγα χρόνια, οι τράπεζες και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων δικαιούνται να προχωρούν σε εκποιήσεις έστω και εάν εκκρεμεί δικαστική απόφαση για το ποσό του δανείου. Στη χρονική περίοδο που έγιναν οι αλλαγές, αυτό ήταν επιβεβλημένο, γιατί οι τράπεζες είχαν πολλούς κινδύνους να αντιμετωπίσουν – κινδύνους που τελικά έθεταν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ολόκληρης της χώρας αλλά και ένα δεύτερο κούρεμα των καταθετών. 

Αυτή τη στιγμή όμως, βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει θέματα κεφαλαιοποίησης, αλλά έχει μεγάλη κερδοφορία. Η τεράστια πλειοψηφία των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αν και δεν έχουν φύγει από την οικονομία, αυτή τη στιγμή είναι εκτός τραπεζικού συστήματος. Και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, που αγόρασαν τα δάνεια από τις τράπεζες, τις προσωπικές εγγυήσεις που υπήρχαν στα δάνεια τις είχαν κοστολογήσει ως μηδέν.

Ως εκ τούτου, αποφασίσαμε να αναλάβουμε  αυτή την πρωτοβουλία εξισορρόπησης, αποβαίνοντας προς όφελος, τόσο των εγγυητών, όσο και των δανειοληπτών χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα. 

Η πρόταση νόμου, πέραν του Δημοκρατικού Συναγερμού, στηρίζεται και από άλλους συνάδελφους από άλλα κόμματα, τους οποίους και ευχαριστούμε θερμά.

Η πρόταση προνοεί ότι, σε περίπτωση που η τράπεζα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων επιλέξει, είτε να πωλήσει οποιοδήποτε ενυπόθηκο ακίνητο στο πλαίσιο διαδικασίας πλειστηριασμού, είτε να προβεί σε ανάκτηση, τότε το ύψος της εγγύησης για το οποίο θα είναι υπόλογοι οι εγγυητές  του δανείου, περιορίζεται και δεν υπερβαίνει το ποσό του αρχικού δανείου αφαιρουμένου, αναλόγως της περίπτωσης, του ποσού που θα εισπραχθεί από τον πλειστηριασμό, ή του ποσού για το οποίο έχει ανακτηθεί το ακίνητο από την τράπεζα ή την εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων.

Προνοεί επίσης, ότι σε περίπτωση που η τράπεζα ή η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων δεν προχωρήσει σε πλειστηριασμό ή σε ανάκτηση του υποθηκευμένου ακινήτου, με την παράλληλη απαλλαγή ουσιαστικά των εγγυητών, τότε στην περίπτωση που υφίσταται αμφισβήτηση του οφειλομένου ποσού του δανείου από τον δανειολήπτη στο Δικαστήριο, η τράπεζα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων υποχρεούται να αναμένει την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου προτού προχωρήσει στη λήψη οποιονδήποτε μέτρων εναντίον των εγγυητών.

Η πρόταση καλύπτει και περιπτώσεις που ήδη εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν αμφισβήτηση του οφειλομένου ποσού από τους δανειολήπτες.

Με πιο απλά λόγια, η πρόταση νόμου προβλέπει, ότι η τράπεζα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων έχει η ίδια την επιλογή αν θα προχωρήσει σε πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Αν επιλέξει να το πράξει, τότε ουσιαστικά οι εγγυητές του δανείου θα είναι υπόλογοι για το ποσό του αρχικού δανείου πλην του ποσού που είσπραξε η τράπεζα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων από το ακίνητο.

Αν δεν κάνει αυτή την επιλογή και ο δανειολήπτης έχει προσφύγει στη Δικαιοσύνη για αμφισβήτηση του οφειλόμενου ποσού, τότε η τράπεζα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων θα πρέπει να αναμένει την απόφαση του δικαστηρίου.

Πέραν της αποκατάστασης ισορροπίας στις σχέσεις δανειστή και δανειολήπτη και εγγυητών, η πρόταση θα επιτρέψει σε δεκάδες χιλιάδες εγγυητές δανείων να ανασάνουν και να μπορέσουν να προχωρήσουν με τη ζωή τους. Κυρίως γιατί αν κάποιος πριν χρόνια, μπήκε εγγυητής σε κάποιο δάνειο για ένα ποσό Χ, δεν μπορεί σήμερα να είναι υπόλογος για τετραπλάσιο ή πενταπλάσιο ποσό, επειδή η τράπεζα τότε δεν έλαβε έγκαιρα μέτρα κατά του δανειολήπτη και άφησε το ποσό να διογκωθεί.

Θα ενισχύσει επίσης τη διαπραγματευτική ισχύ των δανειοληπτών, αφού οι τράπεζες ή εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων θα ξέρουν ότι δεν θα μπορούν να κυνηγούν εσαεί τους εγγυητές για υπόλοιπα δανείων που θα παραμένουν μετά από πλειστηριασμούς ή ανακτήσεις ακινήτων ή απλά θα αναμένουν από τα δικαστήρια να αποφασίσουν για το ύψος των χρεών.

Exit mobile version