«Εργαζόμενοι και εργαζόμενες, προσκεκλημένοι σε τούτο το δείπνο που απόψε μοιραζόμαστε, συζητήσατε για αθλητισμό, σας απασχόλησε η αιφνίδια κλιματική αλλαγή, σας θλίβει η πείνα στον κόσμο, ασκήσατε κριτική στους πολιτικούς, αναθεματίσατε τους τρομοκράτες […]. Κι ύστερα απ’ όλα αυτά, μόλις τελείωσε η βραδιά, επιστρέψατε σπίτι και δεν καταφέρατε να κοιμηθείτε. […] Και θα πείτε πως η μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής σας ήταν το ότι αποκτήσατε παιδιά· και θα πείτε πως ευτυχία είναι τα μικρά πράγματα στη ζωή: να μοιραστείτε ένα ωραίο δείπνο, να διαβάσετε ένα καλό βιβλίο, ο πρωινός καφές, μια βόλτα στο δάσος το σούρουπο […]. Και γνωρίζω πως μέσα στο μυαλό σας υπάρχει […] μια αλήθεια που η σκέψη της και μόνο σας τρομάζει: Γνωρίζετε, κατά βάθος, πως χάνατε τον καιρό σας».
Αυτές οι γραμμές από το «Μαύρο Κείμενο» του Καταλανού θεατρικού συγγραφέα Pablo Gisbert μού ήρθαν στο μυαλό μόλις βγήκα από το Ριάλτο, βυθισμένος ακόμα στη δίνη του «Χορού των Εραστών» του επίσης Ίβηρα Tiago Rodrigues. Το έργο ξεκινά με ένα ζευγάρι μες στη νύχτα. «Δεν μπορώ να αναπνεύσω» λέει εκείνη. «Δεν μπορεί να αναπνεύσει» επαναλαμβάνει εκείνος. Ορμούν στο αυτοκίνητο και τρέχουν για το νοσοκομείο. Και έτσι ξεκινούν να ψάχνουν το οξυγόνο. Και μέχρι να πεθάνουν, μέχρι να χάσουν την ανθρώπινη ιδιότητά τους και να συνεχίσουν να ζουν σαν δέντρα στο δάσος που επέλεξαν για σπίτι τους, παλεύουν να βρουν τη βασιλική ατραπό προς τον θεό των μικρών πραγμάτων.
Δοξάζουν την απλότητα, τη σεμνότητα, την ταπεινότητα που υμνεί ο χορός των γερόντων του Άργους:
«Να μου λείπουν τα πεδία των μαχών
κι η δόξα, που αιμορραγεί χρυσάφι μολυσμένο απ’ την πλεονεξία. Δεν θέλω να σκλαβώσω ούτε να σκλαβωθώ.
Ένα παραθυράκι, θέλω στο φτωχικό μου: να μπαίνει ελεύθερα το φως του ήλιου, να φωτίζει ελεύθερες καρδιές.» [1]
Είναι εφικτό να ορθώσεις αμυντικό τείχος, να μπεις κάτω από ένα «iron dome» αδιαπέραστο από τους πυραύλους του πρόωρου ψυχολογικού και φυσικού θανάτου; Να, σαν αυτό που έχουν καταφέρει (;) μερικοί γνωστοί μου που λένε «εδώ και δέκα χρόνια δεν διαβάζω καθόλου ειδήσεις και είμαι καλύτερα». Μέχρι η «είδηση», π.χ. το άγριο bullying σε βάρος του παιδιού σου, η άδικη απόλυση από τη δουλειά, η πυρκαγιά που κατέκαψε το σπίτι σου λόγω «έλλειψης πτητικών μέσων», η άρνηση της ασφαλιστικής να σου καλύψει την καταστροφή, να φτάσει μόνη της σε σένα.
Στον «Χορό των Εραστών» παρακολουθούμε δύο ανθρώπους να αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στα δύο άκρα αυτής της διελκυνστίνδας. Η ωριμότητα, δηλαδή τα στραπάτσα, η αρρώστια, το τέλος του Scarface που δεν καταφέρνουν ποτέ να δουν γιατί τους παίρνει ο ύπνος, η ουλή στο τραυματισμένο πρόσωπο της κόρης τους, ο ενδιάμεσος χωρισμός, ακόμα και οι παρεξηγήσεις που προκαλεί η δυσλεξία του ενός, θα τους μάθει ότι το ερώτημα «αξίζει;» είναι άτοπο.
Γιατί οι άνθρωποι δεν ζουν μεταξύ καταφάσεων και αρνήσεων, μεταξύ αποδοχών και καταγγελιών. Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι που αγαπούν, ζουν σε γκρίζα ζώνη με οδόστρωμα από πηλό. Ούτε σε σκοτεινά καθαρτήρια, ούτε σε κατάφωτα λιβάδια. Όταν το ζευγάρι εμμένει με ταυτοφωνία «έχουμε χρόνο», ίσως εννοεί το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε: το πόσο χρόνο έχουμε ήδη χάσει. Αυτό είναι που «αξίζει» να ξέρουμε.
Στα της παράστασης: ξανά μαγικός Καραθάνος, γλυκά γειωτική Τριανταφυλλίδου, ανάδειξη της ατόφιας σκηνοθετικής ανθρωπίλας του ίδιου του Rodrigues από τους Monteiro (φωτισμοί) και Bizarro (σκηνικά, κοστούμια). Μου έλειψαν μερικές μουσικές παύσεις και κάποιες σεναριακές γέφυρες που θα μπορούσαν να το απογειώσουν.
Ο λόγος και πάλι στον Gisbert: «Έχω να σας πω και κάτι τελευταίο. […] Και να τα είχατε υπόψη όλα αυτά αρχικά, ακόμα και να είχατε απόλυτη διαύγεια σκέψης και να θέλατε να προβλέψετε το χτύπημα που σας περίμενε, κανείς από εσάς δεν θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι για να το αποτρέψει, γιατί αυτό είναι ένα από τα παράδοξα του κόσμου: ποτέ κανείς δεν ξεφεύγει από τη φρίκη που τον περιμένει, γιατί κανείς δεν μπορεί να σωθεί αυτός μόνο, αν δεν σωθούμε όλοι μαζί».
Ναι. Έχουμε χρόνο. Αν πραγματικά θέλουμε να σωθούμε.
[1] Αγαμέμνων του Αισχύλου, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας
Ελεύθερα, 15.2.2026


