Το 2016 ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ είχε προβλέψει την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ αποδίδοντας την σε διάφορους παράγοντες ανάμεσα στους οποίους και τον τρόπο που ψηφίζει σήμερα ο κόσμος. «Εκατομμύρια Αμερικανοί», εξήγησε, θα ψηφίσουν Τραμπ.
Όχι γιατί συμφωνούν μαζί του, ούτε γιατί αγαπούν το τεράστιο εγώ του, αλλά –απλά- από περιέργεια. «Άντε, να ψηφίσω Τραμπ για να δω τι θα συμβεί», σκέφτονταν οι πολίτες πριν την πρώτη θητεία του Τραμπ, σύμφωνα με τον Μουρ ο οποίος πιστεύει ότι το εκλογικό σώμα έγινε ένα κοινό σαν αυτά που ψηφίζουν στα ριάλιτι σόου και επομένως ψηφίζουν με βάση ό,τι τους διασκεδάζει περισσότερο.
Δύο χρόνια μετά, ο Μουρ παρουσίασε το ντοκιμαντέρ «Fahrenheit 11/9» στο οποίο συγκρίνει τη νίκη του Τραμπ στις εκλογές του 2016, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία τη δεκαετία του ’30. Σε κάποιο σημείο του ντοκιμαντέρ, δηλώσεις του Τραμπ προβάλλονται πάνω σε σκηνές από συγκεντρώσεις του Χίτλερ καθώς ένας ιστορικός εξηγεί την άνοδο ισχυρών ανδρών σε θέσεις εξουσίας.
«Βρισκόμαστε σε πόλεμο για να κερδίσουμε πίσω την πατρίδα μας. Όποιος δεν το κατανοεί, θα απογοητευτεί πάρα πολύ από τα όσα θα γίνουν τα επόμενα χρόνια εξαιτίας του Τραμπ», προειδοποιούσε ο Αμερικανός σκηνοθέτης.
Εντούτοις ο Τραμπ -με ένα μικρό διάλειμμα- κέρδισε ξανά την προεδρία και ο Μουρ δικαιώνεται για τα όσα ακολούθησαν: Ο Τραμπ συλλαμβάνει τον ηγέτη μιας ξένης χώρας μεταφέροντας τον στις φυλακές της δικής του χώρας για να δικαστεί ως έμπορος ναρκωτικών, καταδικάζει τη βίαιη καταστολή των διαμαρτυριών στο Ιράν και την ίδια ώρα δολοφονεί (οι ασφαλίτες του) μία νεαρή που διαμαρτύρεται για απελάσεις γειτόνων της μεταναστών, στέλνει επιστολή στον πρωθυπουργό της Νορβηγίας λέγοντας του «αφού δεν μου δώσατε το Νόμπελ ειρήνης δεν με νοιάζει πια η ειρήνη» και βάζει μπρος για να κατακτήσει τη Γροιλανδία γιατί τη θέλει διακαώς ενώ εκφράζει την πεποίθηση πως ο Θεός είναι περήφανος για το έργο του.
Ωστόσο κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν πως η σύγκριση του Τραμπ δεν πρέπει να γίνεται με τον Χίτλερ αλλά με τον Φράνκο.
Οι τακτικές του μοιάζουν πιο πολύ με αυτές του Ισπανού δικτάτορα. Ένας επίδοξος αυταρχικός ηγέτης αφού δημιουργήσει μια ισχυρή συμμαχία ακροδεξιών δυνάμεων, συντηρητικών και θρησκόληπτων εθνικιστών, πλούσιων ολιγαρχών αλλά και κεντρώων που τρομάζουν από το φάντασμα του κομμουνισμού, μπορεί να καταλαμβάνει νέες εξουσίες, συχνά κηρύσσοντας «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» εκεί που δεν υπάρχει.
Οι ελευθερίες περιορίζονται, οι θεσμοί υπονομεύονται και οι επικριτές γίνονται «εχθροί του λαού». Σταδιακά ο στρατός βγαίνει στους δρόμους και η δημοκρατία αποδυναμώνεται.
Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ισπανία τη δεκαετία του 1930 με την άνοδο του Φράνκο στην εξουσία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Ισπανία ήταν διχασμένη.
Η κυβέρνηση των Δημοκρατικών υποστήριζε τα δικαιώματα των εργαζομένων, πίεζε τους πλούσιους γαιοκτήμονες και στόχευε να χαλαρώσει την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας, επιβάλλοντας τον διαχωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. Ο Φράνκο και οι εθνικιστές σύμμαχοί του καταδίκασαν τις μεταρρυθμίσεις και έριξαν το σύνθημα πως η κοινωνία κινδυνεύει από ηθική κατάρρευση. Χρειάζονταν όμως κάποια αφορμή για να προβούν σε πραξικόπημα.
Η ευκαιρία δόθηκε μετά τη δολοφονία ενός δημοφιλούς συντηρητικού πολιτικού που απήχθη και δολοφονήθηκε από μέλη της αριστερής πολιτοφυλακής ως απάντηση στη δολοφονία από ακροδεξιούς ενός υπολοχαγού με σοσιαλιστικές τάσεις. Αυτό ήταν το πρόσχημα για να πυροδοτηθεί ο εμφύλιος με επικεφαλής τον Φράνκο.
Ο Τραμπ δεν έχει ξεκινήσει εμφύλιο, αλλά έχει επανειλημμένα κηρύξει «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» χρησιμοποιώντας την ως πρόσχημα για επιπλέον εξουσίες. Η «έκτακτη ανάγκη» για το μεταναστευτικό ώστε να επιταχυνθούν οι απελάσεις, «έκτακτη ανάγκη» για το εμπορικό ισοζύγιο ώστε να παρακάμψει το Κογκρέσο σε θέματα δασμών, «έκτακτη ανάγκη» για εγκληματικότητα για να κατεβάσει στρατό σε πόλεις που αντιστέκονται.
Οι ομοιότητες επεκτείνονται και στις σχέσεις με τις διάφορες οικονομικές ελίτ. Ένας από τους βασικούς υποστηρικτές του Φράνκο ήταν ο Χουάν Μαρτς, που θεωρείτο ως ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ισπανίας, καθώς και άλλοι ολιγάρχες της εποχής τους οποίους ο Φράνκο αντάμειψε χορηγώντας προσοδοφόρες κρατικές συμβάσεις κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης.
Η κυριαρχία του Φράνκο ήταν επίσης στενά συνδεδεμένη με την Καθολική Εκκλησία. Παρουσιάζοντας την εξέγερσή του ως ιερή σταυροφορία εναντίον των άθεων σοσιαλιστών ενίσχυσε το ρόλο της Εκκλησίας επαναφέροντας τη θρησκευτική εκπαίδευση στα σχολεία και παρέχοντας στον κλήρο την εξουσία να λογοκρίνει οτιδήποτε θεωρούσε «αντικαθολικό».
Η δημιουργία όμως μιας μαζικής συμμαχίας απαιτεί επίσης τον έλεγχο των ΜΜΕ και όσων τολμούν να αμφισβητούν το αφήγημα της εξουσίας. Ο Φράνκο προσάρτησε σταδιακά όλα τα μέσα ενημέρωσης στον έλεγχο του κράτους, κλείνοντας ή λογοκρίνοντας κάθε μέσο που δεν εξυμνούσε τις αρετές του καθεστώτος. Πολλοί δημοσιογράφοι που του ασκούσαν κριτική συνελήφθησαν, εκτελέστηκαν ή «εξαφανίστηκαν». Στην τρέχουσα εποχή, ο Τραμπ απαξιώνει τα ΜΜΕ ενώ παράλληλα χαρακτηρίζει τις επικρίσεις εναντίον του «fake news».
Στις 20 του μήνα συμπληρώθηκε ένας χρόνος από την εκλογή Τραμπ αλλά όσα συμβαίνουν είναι σαν να πέρασε μια δεκαετία. Κι είμαστε ακόμα στην αρχή.
Ελεύθερα, 25.01.2026


