Ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να έχει ήδη δώσει στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες σημαντικά επιχειρησιακά αποτελέσματα, όμως τα ζητήματα που θα καθορίσουν την έκβασή του παραμένουν ανοιχτά. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η αποτίμηση του δρος Εράν Λέρμαν, ο οποίος θεωρεί ότι η σύγκρουση έχει περάσει πλέον από τη φάση των εντυπωσιακών πρώτων χτυπημάτων σε εκείνην των δύσκολων στρατηγικών αποφάσεων.
Ο δρ Λέρμαν, είναι πρώην αναπληρωτής επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ, υπηρέτησε για πάνω από 20 χρόνια σε ανώτερες θέσεις στη στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών του IDF και είναι έφεδρος συνταγματάρχης του, ειδικός στις διεθνείς σχέσεις του Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή, διδάκτωρ του London School of Economics και κάτοχος MPA από το Harvard.
Περιγράφει ως κομβικό στοιχείο της μέχρι τώρα εξέλιξης το επίπεδο της αμερικανοϊσραηλινής συνεργασίας. Κατά την άποψή του, δεν πρόκειται απλώς για αμερικανική στήριξη, αλλά για μια μορφή συντονισμένης επιχειρησιακής δράσης που δεν έχει προηγούμενο.
Στο καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, εκτιμά ότι το Ιράν έχει ήδη υποστεί βαρύ πλήγμα. Η δυνατότητά του να προστατεύει τον εναέριο χώρο του έχει περιοριστεί δραστικά, ενώ βαριές απώλειες έχουν καταγραφεί τόσο στην πολιτική όσο και στη στρατιωτική του ηγεσία. Την ίδια ώρα, οι βαλλιστικές του δυνατότητες έχουν δεχθεί σοβαρή φθορά, χωρίς ωστόσο να έχουν εξαφανιστεί.
Για τον δρα Λέρμαν, ωστόσο, το ουσιαστικό πρόβλημα αρχίζει από εδώ και πέρα. Και αυτό επειδή, παρά τις επιτυχίες που έχουν ήδη καταγραφεί, δύο κεντρικά μέτωπα παραμένουν ανοιχτά και δυνητικά καθοριστικά.
>Το πρώτο είναι το πυρηνικό. Εξηγεί πως το γεγονός ότι το Ιράν διατηρεί απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60% σημαίνει ότι το ζήτημα δεν έχει κλείσει. Το απόθεμα αυτό, που υπολογίζεται περίπου στα 450 κιλά, συμπληρώνει, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε άμεση δυνατότητα κατασκευής πυρηνικού όπλου, καθώς για να γίνει το επόμενο βήμα απαιτείται αποκατάσταση της υποδομής εμπλουτισμού που έχει πληγεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν θεωρεί ότι το θέμα μπορεί να μείνει μετέωρο. Κατά την εκτίμησή του, είτε θα υπάρξει συμφωνία που θα το κλείνει καθαρά είτε θα απαιτηθούν πιο επιθετικές ενέργειες για να εξουδετερωθεί ό,τι έχει απομείνει.
>Το δεύτερο μέτωπο είναι η ναυτική και ενεργειακή διάσταση της κρίσης, με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ. Εκεί, λέει, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει ικανότητα πίεσης δυσανάλογη σε σχέση με τη γενικότερη αποδυνάμωσή του, ακριβώς επειδή μπορεί ακόμη να επηρεάσει την παγκόσμια ενεργειακή ροή. Οι ΗΠΑ επεξεργάζονται ήδη επιλογές που θα μπορούσαν να αφαιρέσουν από την Τεχεράνη αυτό το πλεονέκτημα, είτε μέσω άμεσου ελέγχου κρίσιμων σημείων είτε μέσω επιχειρησιακών παρεμβάσεων που θα ακυρώνουν στην πράξη την ιρανική απειλή στη ναυσιπλοΐα, προσθέτει. Αν και οι εναλλακτικές διαδρομές και η χρήση στρατηγικών αποθεμάτων έχουν περιορίσει μέρος της αναταραχής, ο έμπειρος ισραηλινός ειδικός θεωρεί ότι η μάχη για τον έλεγχο του Ορμούζ παραμένει ανοιχτή.
Στο πολιτικό επίπεδο, απορρίπτει την ιδέα ότι ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν θέσει ως επίσημο σκοπό την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Υποστηρίζει ότι μια τέτοια διατύπωση θα ισοδυναμούσε με αποδοχή ενός πολέμου χωρίς σαφές τέλος και χωρίς εγγυημένο αποτέλεσμα. Η πραγματική στόχευση, όπως την περιγράφει, είναι διαφορετική: αποδυνάμωση του καθεστώτος σε βαθμό που να δημιουργηθούν εσωτερικές συνθήκες αναδιάταξης.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αναμένει άμεση κατάρρευση. Αντίθετα, εμφανίζεται επιφυλακτικός. Κατά την ανάλυσή του, το ιρανικό σύστημα έχει περάσει από το στάδιο της παραδοσιακής θεοκρατίας σε ένα πολύ πιο ωμό καθεστώς ασφαλείας, με κέντρο βάρους τους Φρουρούς της Επανάστασης. Μπορεί να υπάρξουν ρωγμές, είτε από τον μηχανισμό καταστολής είτε από τις μειονότητες είτε από τη γενικότερη φθορά, αλλά τίποτε από αυτά, λέει, δεν έχει ακόμη πάρει τέτοια μορφή ώστε να μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο.
Εκεχειρία μετά από ασφυξία
Γι’ αυτό και δεν αποκλείει ένα διαφορετικό σενάριο: όχι εσωτερική ανατροπή, αλλά μια φάση εκεχειρίας που θα ακολουθηθεί από μακρά διαδικασία οικονομικής και στρατηγικής ασφυξίας για το ιρανικό καθεστώς. Σε αυτή την προοπτική εντάσσει και τη στάση των κρατών του Κόλπου. Αν και τα κράτη αυτά δυσανασχετούν επειδή βρέθηκαν μέσα σε μια περιφερειακή ανάφλεξη χωρίς επαρκή προετοιμασία, ο δρ Λέρμαν θεωρεί ότι αντιλαμβάνονται πλέον τον κίνδυνο που θα συνιστούσε ένα Ιράν το οποίο θα έβγαινε από τον πόλεμο χωρίς καθαρή στρατηγική ήττα.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, παραδέχεται ότι η κοινωνία συνεχίζει να δοκιμάζεται από τις ιρανικές επιθέσεις και ότι οι απώλειες αμάχων, κυρίως στην περιοχή του Τελ Αβίβ συντηρούν το αίσθημα πίεσης. Την ίδια ώρα, όμως, εκτιμά ότι η αποτελεσματικότητα της ιρανικής πυραυλικής εκστρατείας είναι χαμηλότερη από προηγούμενες φάσεις, λόγω της βελτιωμένης απόδοσης των συστημάτων εντοπισμού και αναχαίτισης.
Aνοιχτή η έκβαση του πολέμου
Σε ό,τι αφορά τον Λίβανο, θεωρεί ότι η Χεζμπολάχ έχει εμπλέξει τη χώρα σε μια σύγκρουση που δεν συνάδει με τα εθνικά της συμφέροντα. Βλέπει μάλιστα ενδείξεις μετατόπισης στο εσωτερικό του λιβανικού πολιτικού συστήματος, αν και αποφεύγει να προδικάσει αν αυτές οι μεταβολές θα οδηγήσουν σε πραγματική διάθεση περιορισμού της οργάνωσης.
Η γενική του αποτίμηση είναι ότι η έκβαση του πολέμου παραμένει ανοιχτή. Το αρχικό στάδιο παρήγαγε απτά στρατιωτικά αποτελέσματα, όμως οι εξελίξεις από εδώ και πέρα θα κριθούν από το αν θα κλείσει το πυρηνικό κεφάλαιο, από το ποιος θα ελέγξει το Ορμούζ και από το εάν το ιρανικό καθεστώς θα αρχίσει τελικά να λυγίζει εσωτερικά ή θα κατορθώσει να προσαρμοστεί σε μια νέα, πιο βίαιη ισορροπία.








